Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2026

Ο πολιτισμός ως διατήρηση — και ως τόλμη

Φωτ. Φίλιππος Φιλίππου


Σκέψεις για την αποδοχή, την καινοτομία και την ελευθερία

 

Η ανταπόκριση του κοινού δεν υπήρξε ποτέ ασφαλές τεκμήριο της αξίας ενός καλλιτέχνη. Άλλωστε, η ανταπόκριση είναι από τη φύση της ένα ρευστό μέγεθος: επηρεάζεται από συγκυρίες, κυρίαρχες αισθητικές, κοινωνικές συνθήκες, ακόμη και από την ανάγκη κάθε εποχής να αναγνωρίσει —ή να απορρίψει— κάτι που την υπερβαίνει.

Στην τελευταία φάση της ζωής του ο Μότσαρτ δεν απολάμβανε επαίνους για τα έργα του, ούτε έβρισκε χρηματοδότες. Αντίστοιχα, είναι γνωστή η απροθυμία των συγχρόνων του Βαν Γκογκ να συνδεθούν με τους πίνακές του. Τι σήμαινε αυτό; Ότι τους έλειπε η ιδιοφυία; Ότι υστερούσαν σε δύναμη, βάθος ή σημασία; Οι επόμενες γενιές αποφάνθηκαν αλλιώς — και μάλιστα με τρόπο σχεδόν αδιαμφισβήτητο.

Πότε, όμως, μια απόφανση είναι δίκαιη και πότε άδικη; Ποιος αποφασίζει και με ποια κριτήρια; Το ζήτημα είναι σύνθετο και γι’ αυτό διερευνάται διαρκώς — και θα συνεχίσει να διερευνάται ακόμη κι αν εμφανιστούν αλγόριθμοι που θα επιχειρήσουν να το «κλείσουν», να το ποσοτικοποιήσουν, να το κατατάξουν.

Για κάποιους ανθρώπους, η οικειότητα είναι το πρώτο που αναζητούν σε ένα έργο τέχνης: θέλουν να ταυτιστούν μαζί του, να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, να νιώσουν ότι «τους μιλά». Για άλλους, αντίθετα, η καινοτομία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα: εκείνο που διαρρηγνύει τις προσδοκίες, που δεν επιβεβαιώνει όσα ήδη γνωρίζουμε, που μας μετακινεί από το ασφαλές.

Δεν υπάρχει λανθασμένη προσέγγιση. Και οι δύο αυτοί δρόμοι επανεμφανίζονται διαρκώς στην ιστορία της τέχνης — και συχνά συνυπάρχουν, σε δημιουργική ένταση.

Προσωπικά, με γοητεύει περισσότερο ο δεύτερος. Η τέχνη που δεν μας καθησυχάζει, αλλά μας αποκαλύπτει. Που μας οδηγεί στο ανεξερεύνητο. Που δεν ταυτίζεται με τις προβλέψεις μας για το τι θα ακολουθήσει — και γι’ αυτό ακριβώς μας αναζωογονεί.

Αυτό το βίωμα το αισθάνθηκα πρόσφατα, σε σημεία μιας παράστασης-αφιερώματος στη μουσική του Χανς Ζίμμερ. Καθώς άκουγα, έπλαθα νοητά αυτό που περίμενα να ακολουθήσει· και σχεδόν κάθε φορά, η παρτιτούρα του Γερμανού συνθέτη επέλεγε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Τι υπέροχο. Τι εκστατικό!


Ίσως εδώ βρίσκεται και μια χρήσιμη σκέψη για τον πολιτισμό του τόπου μας. Η Ρόδος κουβαλά μια βαριά πολιτισμική κληρονομιά — στρώματα ιστορίας, μνήμης και αισθητικής που εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε ασφαλές καταφύγιο. Όμως ο πολιτισμός δεν είναι μόνο διατήρηση· είναι και ρίσκο. Δεν είναι μόνο αναπαραγωγή του γνώριμου· είναι και τόλμη να ακουστεί το διαφορετικό, το μη αναμενόμενο, ακόμη κι αν αρχικά δεν βρίσκει καθολική ανταπόκριση.

Συχνά φλυαρούμε —σύμφωνα με τον κομφορμισμό της εποχής— για το άνοιγμα στη διαφορετικότητα. Σπάνια, όμως, το εννοούμε πραγματικά. Τη δεχόμαστε μόνο όταν δεν μας ταράζει, μόνο όταν χωρά στα ήδη γνωστά μας σχήματα.

Κι όμως, στο διαφορετικό κρύβεται το αληθινό άνοιγμα. Το πέταγμα. Το επόμενο νεύμα της ελευθερίας — και, γι’ αυτό, το επόμενο ανθηρό βήμα του πολιτισμού μας.


1η δημοσίευση: Εφημ. Ροδιακή

Τετάρτη, Ιανουαρίου 07, 2026

«Τερατάκια με Φαντασία» (ΣΤ1 – 108ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, 2004–2005)


Όσο σπουδαία είναι η παιδικότητα —οι ποιότητες που γεννιούνται και ανθίζουν στην παιδική ηλικία— άλλο τόσο σπουδαίες είναι και η αυτονομία, η ελευθερία, η γονιμότητα· οι ποιότητες που καλλιεργούνται στην ενήλικη ζωή.

 

Το παιδί που υπήρξε κάποτε, μεγαλώνοντας,
να μπορεί να κοιτάζει τον εαυτό του και να χαμογελά.
Να καμαρώνει για τον ενήλικα που έγινε,
χωρίς να ξεχάσει από πού ξεκίνησε.

 

Και ο δάσκαλος;

Ο δάσκαλος έχει το προνόμιο να παρακολουθεί αυτή τη μεταμόρφωση.
Να βλέπει τους μαθητές του να προχωρούν στον χρόνο,
να ωριμάζουν, να βρίσκουν τη φωνή και τον δρόμο τους.

 

Κάποτε ήταν παιδιά μέσα στην τάξη.

Σήμερα βρίσκονται στην πιο ώριμη φάση της ζωής τους.
Κι όμως, η φαντασία, η ματιά, το φως εκείνων των χρόνων
συνεχίζουν να τα συνοδεύουν.

 

«Τερατάκια με Φαντασία»
(ΣΤ1 – 108ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, 2004–2005)
«
الوحوش الصغيرة بالخيال» / «Përbindësha të vegjël με imagjinatë» / «有想象力的小怪物»

 

Γιατί η αγάπη
διαπερνά τα χρόνια.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη απέναντι στη Λογοτεχνία: Μίμηση και Βίωμα



Καθώς το 2025 ολοκληρώνεται και ο δημόσιος διάλογος γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη εντείνεται, η συζήτηση μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο από το τεχνολογικό στο υπαρξιακό πεδίο. Τι σημαίνει δημιουργία; Τι σημαίνει γραφή; Και ποια είναι, τελικά, η θέση του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές παράγουν λόγο; Οι σκέψεις που ακολουθούν επιχειρούν να προσεγγίσουν αυτά τα ερωτήματα από τη σκοπιά της λογοτεχνίας, σε μια στιγμή μετάβασης προς το νέο έτος — και, ίσως, προς μια νέα αντίληψη για την τέχνη του λόγου.

 

Η ΤΝ δεν γράφει ποίηση – δημιουργεί προσομοιώσεις

Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), με τα σύγχρονα γλωσσικά μοντέλα και τους αλγόριθμους επεξεργασίας γλώσσας, είναι σε θέση να μας προσφέρει «στίχους». Μπορούμε, όμως, να τους ονομάσουμε ποιήματα; Η απάντηση είναι σαφής: όχι. Αυτό που παράγει η ΤΝ είναι, στην ουσία, προσομοιώσεις ποιημάτων· σειρές λέξεων που εντυπωσιάζουν επιφανειακά, αλλά στερούνται περιεχομένου.

Η ΤΝ δεν έχει εμπειρία, γούστο, λαχτάρα ή ευαισθησία — στοιχεία που καθιστούν ένα ποίημα αληθινά ανθρώπινο. Οι λέξεις της δεν προέρχονται από συνείδηση ή ασυνείδητο· είναι αποτέλεσμα καθαρής «νοημοσύνης» που επιλύει προβλήματα, όχι πνευματικών ή συναισθηματικών διεργασιών. Δεν μπορεί να φτάσει την ποιητική διάσταση που ενσαρκώνουν δημιουργοί όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης ή ο Εμπειρίκος, διότι απλούστατα δεν είναι πρόσωπα με σάρκα και οστά, βιώματα και πάθη· είναι μηχανές που υπολογίζουν μοτίβα.

Το ποίημα είναι κάτι περισσότερο από τη σωστή τοποθέτηση λέξεων. Είναι η δόνηση που συνοδεύει τον ήχο, το ίχνος μιας εμπειρίας, το αποτύπωμα ενός πάθους. Είναι το ρητό και το άρρητο — αυτό που λέγεται και αυτό που αποσιωπάται — σε μία ενιαία και μοναδική συναρμογή. Κι αυτό καμία μηχανή δεν το διαθέτει.

 

ΤΝ: η νέα εργαλειοθήκη ή η εύκολη λύση;

Κι όμως, η ΤΝ δεν είναι απλώς μια «μηχανή που μιμείται». Για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού, μια τεχνολογία μπορεί να παίρνει αποφάσεις και να παράγει συνδυασμούς που εκλαμβάνονται ως ιδέες. Τα τυπογραφεία, η τηλεόραση, ακόμη και η πυρηνική τεχνολογία υπήρξαν εργαλεία· δεν δημιουργούσαν από μόνα τους.

Ένας ποιητής ή μυθιστοριογράφος μπορεί να αξιοποιήσει την ΤΝ για πρακτικούς σκοπούς: να ξεμπλοκάρει την πλοκή ενός μυθιστορήματος, να πειραματιστεί με μετρικές που έχουν χαθεί στις σύγχρονες γενιές, να δοκιμάσει νέες γλωσσικές συνθέσεις. Υπάρχουν ήδη συγγραφείς που χρησιμοποιούν συστήματα ΤΝ για να διερευνήσουν εναλλακτικές κατευθύνσεις στην αφήγησή τους ή για να γεννήσουν εικόνες και μεταφορές που λειτουργούν ως πηγή έμπνευσης. Σε αυτό το πεδίο, η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως συνεργάτης· ως ένα εργαστηριακό «κάτοπτρο» που επιστρέφει πιθανότητες και συνδυασμούς.

Πέρα όμως από αυτή τη λειτουργία, ελλοχεύει ο κίνδυνος της παράδοσης στην ευκολία. Όταν ο δημιουργός αφεθεί να καθοδηγείται από αλγόριθμους, το αποτέλεσμα δεν είναι τέχνη αλλά τυφλή μίμηση· υποταγή σε σχήματα χωρίς προσωπικό βίωμα και αισθητική κρίση. Κάθε τεχνολογική τομή του παρελθόντος — η τυπογραφία, ο κινηματογράφος, το διαδίκτυο — επηρέασε τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, πάντοτε όμως ως όχημα διεύρυνσης του ορίζοντα. Η ΤΝ, αντίθετα, απειλεί να αναδιατάξει τον ίδιο τον πυρήνα της δημιουργίας.

 

Οι αναγνώστες που διαμορφώνουν τη λογοτεχνία του αύριο

Η επίδραση της ΤΝ δεν περιορίζεται στον συγγραφέα. Επεκτείνεται βαθύτερα στον αναγνώστη και, κατ’ επέκταση, στη νέα γενιά λογοτεχνών. Οι αναγνώστες που εκτίθενται σε τεράστιους όγκους κειμένων τα οποία υποδύονται τη λογοτεχνία κινδυνεύουν να αφομοιώσουν αφηγήσεις χωρίς βάθος συναισθήματος ή προσωπικό βίωμα.

Ο άνθρωπος είναι μυθοτραφής· κατανοεί τον κόσμο μέσα από ιστορίες. Αν οι ιστορίες αυτές είναι αλγοριθμικές — προσομοιώσεις χωρίς εμπειρία — τότε οι νέοι αναγνώστες ενδέχεται να συνηθίσουν σε μια λογοτεχνία επιφανειακής συγκίνησης. Και καθώς κάθε συγγραφέας αναδύεται πρώτα ως αναγνώστης, οι μελλοντικοί δημιουργοί θα φέρουν στη γραφή τους αυτή την επιρροή.

Εδώ αναδύεται το παράδοξο: η μηχανή μιμείται την ανθρώπινη λογοτεχνία και οι άνθρωποι που τρέφονται με αυτή τη μίμηση αρχίζουν, ασυνείδητα, να μιμούνται τη μηχανή. Ίσως, στο μέλλον, δούμε μια γενιά που γράφει γρηγορότερα, αλλά πιο ρηχά· που προτιμά το εύπεπτο και το άμεσο αντί για το βαθύ και το πολυστρωματικό. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη λογοτεχνία, αλλά την ίδια την παιδεία του αναγνώστη, τη σχέση του με τον χρόνο και την υπομονή που απαιτεί η ανάγνωση.

 


Η μετατόπιση των αισθητικών κριτηρίων

Αν αυτή η τάση εδραιωθεί, τα αισθητικά κριτήρια θα μετατοπιστούν. Η σχέση ανάγνωσης και συγγραφής θα αναδιαμορφωθεί και η ίδια η δημιουργική διαδικασία θα αποκτήσει νέες, αμφίσημες προεκτάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για την πορεία ενός νέου λογοτέχνη, αλλά για συνολική αλλαγή στους όρους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τι είναι λογοτεχνία και τι σημαίνει να γράφουμε.

Η πρόκληση, λοιπόν, είναι διπλή: οι δημιουργοί να χρησιμοποιούν την ΤΝ ως εργαλείο — με σταθερά υψηλή κριτική και καλλιτεχνική εγρήγορση — και οι αναγνώστες να καλλιεργούν διαρκώς την ικανότητά τους να διακρίνουν το αυθεντικό από το προσομοιωμένο. Μόνο έτσι μπορεί να διασωθεί η λογοτεχνία ως χώρος εμπειρίας και βάθους, και όχι ως πεδίο ευκολίας.

 

Η αδιαπραγμάτευτη ανθρωπινότητα της γραφής

Συνοψίζοντας, η ΤΝ δεν είναι δημιουργός με την ανθρωποκεντρική έννοια. Δεν διαθέτει βίωμα, συναίσθημα ή ασυνείδητο· δεν μπορεί να συγκριθεί με τους μεγάλους ποιητές του παρελθόντος. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο για τον συγγραφέα, ιδίως στην αντιμετώπιση τεχνικών ή δομικών προκλήσεων, εφόσον χρησιμοποιηθεί με υψηλή κριτική και καλλιτεχνική εγρήγορση.

Ταυτόχρονα, η έκθεση της νέας γενιάς αναγνωστών σε αλγοριθμικά κείμενα είναι πιθανό να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο θα γράφουν οι μελλοντικοί δημιουργοί, μετατοπίζοντας σταδιακά τις αναγνωστικές προσδοκίες και, τελικά, το ίδιο το τοπίο της λογοτεχνίας. Η ΤΝ δεν αντικαθιστά το ανθρώπινο ταλέντο· το τοποθετεί, όμως, σε μια νέα αρένα, θέτοντας εκ νέου το ερώτημα για το τι σημαίνει να γράφουμε, να διαβάζουμε και να βιώνουμε την τέχνη του λόγου στην ψηφιακή εποχή.

Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει το θεμελιώδες ερώτημα: γιατί γράφουμε; Η γραφή, από τα ομηρικά έπη έως την πιο ταπεινή σημείωση στο ημερολόγιο, αφορά την προσπάθεια του ανθρώπου να συναντήσει τον εαυτό του και τον κόσμο· να αποτυπώσει το άφατο, να κοινωνήσει το βαθύτερο. Όσο κι αν προχωρήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη, αυτό παραμένει αδιαπραγμάτευτα ανθρώπινο.


1η δημοσίευση: εφημ. ΡΟΔΙΑΚΗ