Το καλοκαίρι χαρίζει κάτι
περισσότερο από ξεκούραση. Χαρίζει χρόνο. Και ο χρόνος που αφιερώνεται στην
ανάγνωση είναι ίσως μία από τις πιο ουσιαστικές μορφές ελευθερίας.
Από τις αναγνωστικές τέρψεις
του προηγούμενου διαστήματος ξεχώρισαν δύο βιβλία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους,
που όμως συναντιούνται σε κάτι ουσιαστικό: αφήνουν χώρο στον αναγνώστη να
συνομιλήσει με τον εαυτό του.
Το «Η κατάλυση του χρόνου»
του Μιχάλη Αλμπάτη (εκδ. Νήσος) ακολούθησε για μένα το εξαιρετικό «Οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς
τους», το βιβλίο μέσα από το οποίο γνώρισα τον συγγραφέα και
για το οποίο είχα γράψει πέρυσι το καλοκαίρι στην Εφημερίδα Ροδιακή.
Παρότι μπορεί κανείς εξαρχής
να διακρίνει έναν κοινό παρονομαστή στην εφηβεία του κεντρικού ήρωα, πρόκειται
για ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Η αφήγηση, οι θεματικές και ο τρόπος με τον
οποίο αναπτύσσονται φανερώνουν μια ανοιχτή συγγραφική παλέτα, που δεν
εγκλωβίζεται στην επιτυχία μιας προηγούμενης διαδρομής.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα
ερώτημα: είναι τα βιβλία καταφύγιο, καταφυγή ή, τελικά, φυλακή του νου;
Η τόλμη, εξάλλου, με την
οποία ο Αλμπάτης προσεγγίζει την εξουσία του χρόνου και ο προβληματισμός που
αναδύεται μέσα από τις σελίδες του είναι από τα στοιχεία που ξεχώρισα
περισσότερο. Ορισμένες του παράγραφοι είναι απλώς κομψοτέχνημα.
Η δεύτερη πρόταση είναι ο «Δρομάνθρωπος» του
Νίκου Καραβασίλη (εκδ. Γκοβόστη), μια νουβέλα που αποτελεί την πρώτη συγγραφική
του εμφάνιση. Η ιστορία του Μορέγια, του Λούκα και του Φερνάντο εξελίσσεται με
μια αξιοσημείωτη αφηγηματική ωριμότητα.
Είναι από εκείνες τις πρώτες
εμφανίσεις που δεν κουβαλούν τις συνήθεις «παιδικές ασθένειες». Οι λέξεις
βρίσκονται όλες στη σωστή τους θέση, υπηρετώντας την ιστορία και όχι την
επίδειξη. Παράλληλα, ένας διακριτικός αλλά ουσιαστικός φιλοσοφικός στοχασμός
διατρέχει το κείμενο, αναδεικνύοντας την ανάγκη αποδοχής της πολυπλοκότητας και
του παραλόγου της ζωής, αλλά και την αξία της υπέρβασης στερεοτύπων που συχνά
περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους και τις
καταστάσεις.
Αξίζει
να τα αναζητήσει κανείς. Όχι μόνο στην ελευθερία του χρόνου που χαρίζει το
καλοκαίρι, αλλά κυρίως στην ελευθερία του χρόνου που γεννά η προσωπική ανάγκη
για ανάγνωση, σκέψη και ουσιαστική συνάντηση με τη λογοτεχνία.