Δευτέρα, Αυγούστου 17, 2026

ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Εικαστικό
John William Waterhouse, Penelope and Her Suitors (1912). Λεπτομέρεια.


ΠΗΝΕΛΟΠΗ

 

Ένα ποίημά μου για την Πηνελόπη, την πίστη, την απουσία — αλλά και για τη δύναμη της μεταμόρφωσης.

Γράφτηκε πέρσι το καλοκαίρι και δημοσιεύτηκε στο νέο τεύχος (27) του περιοδικού τέχνης και λόγου Νησίδες, στις σελίδες 11–13:

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

 

Στην αρχή, απ’ όλες τις τέχνες

η μεταμόρφωση

μ’ άφηνε ανίδεη κι ατάραχη.

 

Άλλα χρόνια τότε, ξέγνοιαστα·

τη μια κάλπαζαν στην ακροθαλασσιά,

την άλλη στ’ απαλό χορτάρι.

 

Ώσπου ήρθε το δίχτυ του πολέμου

που πήρε τον Δυσσέα μου

μέσα απ’ τα χέρια·

Ο Τηλέμαχος θα μεγάλωνε πια

δίχως τον πατέρα του

κι εγώ, δίχως τον ήλιο του Αυγούστου.

Στην αρχή το δέχτηκα:

ήταν επιταγή

κι ο άνδρας μου υπήρξε μια ζωή

ανδρεία φύση.

 

Όμως τα χρόνια πέρασαν

όπως κι η νιότη απ’ τον γάμο μου

σαν αθόρυβο μελτέμι.

 

Μας είπαν, έπεσε η Τροία.

Οι βασιλείς, γοργά

θα γύριζαν στα πατρογονικά τους.

 

Όμως, όσο κι αν επέστρεφε

ο ένας μετά τον άλλον,

πάντοτε το κενό συνόδευε

τα νέα του ανδρός μου.

 

Ήταν τέτοια η απόγνωση μου

που την κατάληψη των μνηστήρων

στο βιος μας

την πήρα σαν μια ήπια κατάρα.

 

Ώσπου εμφανίστηκε μπρος μου

η προστάτιδα της Σοφίας

η Αθηνά:

«Έχω τον τρόπο να είσαι εδώ

και συνάμα, να ‘σαι στον άνδρα σου, κοντά,

γιατί οι μέρες του στην Ιθάκη αργοπορούν

σαν το βήμα της χελώνας.

Τον γιο σου θα τον φροντίσω, σαν δικό μου.

Εσύ το μόνο που ‘χεις είναι να δεχθείς

άλλο όνομα, άλλο τίτλο κι άλλο σώμα».

 

Κι έτσι πρώτα έγινα η Κίρκη,

έπειτα η Καλυψώ

και προτού τελειώσουν όλα,

η Ναυσικά, του Αλκίνοου η κόρη.

 

Σαν Κίρκη βίωσα τη μέθη της μαγείας:

Να δελεάζεις, ν’ αποπλανείς

και στο τέλος

να φορτώνεις τη διάνοια

των ανδρών

στα κύτταρα των χοίρων.

 

Σαν Καλυψώ, βυθίστηκα

σε πλησμονές απλησίαστες

–ακόμη και για εστεμμένη–

με πρώτο τον μύθο της Αθανασίας

και της απόφασης του Λαερτιάδη

να διαλέξει εμένα από Εκείνη.

 

Σαν Ναυσικά, τέλος,

βλάστησε ξανά μέσα μου

η νεαρή κοπέλα

που ορέγεται απ’ την αρχή

το φωτεινό ρίγος της ζήσης.

 

Και το απ’ όλα πιο σπουδαίο:

Ήμουν και πάλι

–μετά από φεγγάρια κι αστέρια μοναξιάς–

αντάμα με τον μονάκριβό μου.

 

Νιώθω στο βλέμμα σας

εύλογη την απορία

– και το μόνο που απαντώ

είναι τούτο:

Ήταν, σ’ όλες αυτές τις σκηνές,

τόσο ο εαυτός του απέναντι μου

όσο κι εγώ μέσα στις άλλες τις μορφές μου.

 

Δε είναι λίγα, επομένως,

όσα χρωστώ στην αφοσίωση

—στης πίστης τον μανδύα.

Αυτό – και ποιος δεν το γνωρίζει;

 

Χρωστώ όμως κι άλλα τόσα

στα υφαντά που μ’ έμαθε

μια να ράβω – και μια να ξηλώνω

η Αθηνά αυτοπροσώπως.



Το τελευταίο τεύχος των Νησίδων 

- αναρτημένο στον επίσημο τους ιστότοπο. 

Μπορείτε να το κατεβάσετε και να το διαβάσετε: 

https://nisides.webnode.gr/neo-teychos/


Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026

«Ο χορός των δίδυμων ήλιων» – νέα μουσική κυκλοφορία


Μια νέα μουσική κυκλοφορία έρχεται τον Αύγουστο από την Records DK με την υπογραφή του Πάνου Δρακόπουλου.

«Ο χορός των δίδυμων ήλιων» είναι ένας μουσικός καμβάς χωρίς λέξεις, όπου ρέγκε, λάτιν και ροκ ηχοχρώματα συναντιούνται και δημιουργούν έναν χώρο κίνησης, φωτός και παιχνιδιού.

Στο κέντρο αυτού του χορού βρίσκονται δύο «ήλιοι»: η Θάλεια και ο Οδυσσέας. Ο τίτλος, ωστόσο, δεν χρησιμοποιεί τον όρο «δίδυμος» κυριολεκτικά. Οι δύο ήλιοι λειτουργούν περισσότερο ως μια ποιητική εικόνα μιας κοινής ουράνιας κοιτίδας – εκεί όπου κατοικούν όλα τα αστέρια.

Η πρώτη κυκλοφορία του Αυγούστου αποτελεί και την αφετηρία μιας δεύτερης μουσικής συνάντησης, που αναμένεται στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα και θα κινηθεί σε εντελώς διαφορετικό ηχητικό και ποιητικό τοπίο, στην περιοχή του έργου ενός μεγάλου δημιουργού.

Ο Πάνος Δρακόπουλος συνεχίζει έτσι τη διαδρομή του ανάμεσα στη μουσική, την ποίηση και την αναζήτηση διαφορετικών τρόπων έκφρασης.

«Ο χορός των δίδυμων ήλιων»
Πάνος Δρακόπουλος
Records DK

Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε η Ευαγγελία Κακλιού, με την οποία συνεχίζεται για δεύτερη φορά η δημιουργική συνεργασία.

Και κάπως έτσι βηματίζουν: οι συναντήσεις, ο χορός και η μουσική – η εν κινήσει αστρόσκονη της ζωής μας.


Καλή σας ακρόαση:

https://distrokid.com/hyperfollow/panosdrakopoulos/------the-dance-of-the-twin-suns


Τρίτη, Αυγούστου 11, 2026

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)


Ο Στέλιος Ράμφος, που έφυγε χθες, αυτοπροσδιοριζόταν όχι ως φιλόσοφος αλλά ως «φιλοφιλόσοφος». Ίσως η διάκριση αυτή να έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση της δώσαμε.

 

Δεν είναι ασφαλώς η στιγμή για μια συνολική αποτίμηση ενός τόσο μεγάλου, αντιφατικού και πολυσχιδούς έργου. Είναι όμως δύσκολο να μη διαπιστώσει κανείς, ήδη από τις πρώτες αντιδράσεις στον θάνατό του, πόσο περιορισμένη είναι συχνά η εικόνα που έχουμε γι’ αυτό.

 

Ένα μεγάλο μέρος του κοινού γνωρίζει τον Ράμφο κυρίως από τη δημόσια παρουσία του και τις πολιτικές του παρεμβάσεις· τον προσεγγίζει, συνεπώς, μέσα από τις δικές του πολιτικές προτιμήσεις — είτε υπέρ είτε κατά.

 

Ένα άλλο μέρος τον γνωρίζει από κάποια επιφάνεια της φιλοσοφικής του σκέψης. Ακόμη και όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως μαθητές ή ακόλουθοί του συχνά μοιάζει να έχουν κρατήσει ένα μόνο τμήμα από ένα έργο πολύ ευρύτερο, γεμάτο μετατοπίσεις, οπισθοχωρήσεις, αλλά και εξαιρετικά προχωρημένα ανοίγματα στην κατανόηση της ελληνικής κοινωνίας.

 

Προσωπικά του οφείλω ουκ ολίγα. Όχι επειδή συμφώνησα μαζί του — αλλά επειδή συνομίλησα μαζί του. Και με το φιλοσοφικό και με το θεολογικό του έργο. Οι θεολογικές του αναζητήσεις, ειδικότερα, μου υπήρξαν ιδιαίτερα γόνιμες. Του οφείλω ευγνωμοσύνη για τον Καημό του ενός, για Το μυστικό του Ιησού, αλλά και για εκείνα που μπορεί να εκτιμήσει κανείς σε έναν πραγματικό συνομιλητή: ακόμη και όταν διαφωνεί μαζί του.

 

Ίσως αυτό να είναι και ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορούμε να κρατήσουμε σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή κοινωνικών —και πλέον διαδικτυακών— φουσκών, όπου η διαφωνία προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη δυσανεξία, κάποτε σχεδόν αλλεργία. Κι αυτό δεν είναι απλώς λυπηρό για τον δημόσιο διάλογο. Είναι λυπηρό για την ίδια τη δημοκρατία.

 

Γιατί δημοκρατία δεν είναι η συμφωνία των ομοίων. Είναι το οικοσύστημα της συζήτησης: της σύγκλισης αλλά και της απόκλισης, της συμφωνίας αλλά και της διαφωνίας.

 

Το έργο του Στέλιου Ράμφου αξίζει, επομένως, να συνεχίσει να διαβάζεται — όχι, φυσικά, ως δόγμα και όχι ως ιδεολογικό λάβαρο, αλλά ως πεδίο συνομιλίας. Και ίσως τότε ανακαλύψουμε πως μέσα του υπάρχουν ακόμη πολλά που δεν έχουν φανεί, επειδή απλώς δεν πλησιάστηκαν αρκετά βαθιά.


Σάββατο, Αυγούστου 08, 2026

«Ο χορός των δίδυμων ήλιων»


Αυτό είναι το εξώφυλλο – της πρώτης κυκλοφορίας του Αυγούστου. Σε λίγες ημέρες.

Επίκειται και δεύτερη – με εντελώς διαφορετικό ύφος.

Εδώ στήνεται ένας καμβάς με ρέγκε, λάτιν και ροκ ηχοχρώματα – δίχως λέξεις – για να χορέψουν δυο ήλιοι: η Θάλεια και ο Οδυσσέας.
Κι όσοι ακόμη ήλιοι αγαπούν τον χορό.

Ο όρος «δίδυμος» δεν είναι κυριολεκτικός – επιθυμεί να μας μεταφέρει σε μια κοινή κοιτίδα όλων των αστεριών.

Στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου – θα συναντηθούμε σ’ έναν ολότελα διαφορετικό ήχο. Στην περιοχή της ποίησης ενός μεγάλου δημιουργού.

Με το καλό – οι συναντήσεις, ο χορός και η ποίηση – η εν κινήσει αστρόσκονη της ζωής μας!

Θερμές ευχαριστίες στην Ευαγγελία Κακλιού – η συνεργασία μας συνεχίζεται για δεύτερη φορά, μ’ αυτό το θαυμάσιο κάδρο του ουρανού.

 

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

Ο νόστος μετά την ύβρη: σκέψεις πάνω στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν


Κάθε μεγάλη μεταφορά ενός κλασικού έργου δεν κρίνεται από την πιστότητά της στο πρωτότυπο, αλλά από το αν κατορθώνει να συνομιλήσει μαζί του. Δεν έχει σημασία αν επαναλαμβάνει τον Όμηρο· σημασία έχει αν τον διαβάζει εκ νέου. Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (2026, 172’) ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Δεν επιχειρεί να κινηματογραφήσει το ομηρικό έπος. Επιχειρεί να το ερμηνεύσει.

Η πρώτη σκέψη που γεννά η ταινία είναι πως η σχέση της με το ομηρικό κείμενο θυμίζει, κατά μία έννοια, τη σχέση της «Ελένης» του Ευριπίδη με τον τρωικό μύθο. Όπως ο Ευριπίδης μετακινεί την Ελένη εκτός Τροίας, όχι για να αρνηθεί τον μύθο αλλά για να αναδείξει τη ματαιότητα του πολέμου, έτσι και ο Νόλαν μετακινεί τον άξονα της αφήγησης. Δεν τον ενδιαφέρει ο θριαμβευτής του Ιλίου. Τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος που επιβίωσε της νίκης.

Ο Οδυσσέας του δεν είναι ένας επικός ήρωας· είναι ένα τραγικό πρόσωπο.

Η μετατόπιση αυτή διαπερνά ολόκληρη την ταινία. Η άλωση της Τροίας δεν παρουσιάζεται ως θρίαμβος αλλά ως η πρώτη μεγάλη ύβρις. Ο Δούρειος Ίππος, από σύμβολο στρατηγικής ιδιοφυΐας, γίνεται το όχημα που απελευθερώνει τη σκοτεινότερη εκδοχή των ανθρώπων. Η σφαγή που ακολουθεί –ανθρώπων, παιδιών, ακόμη και των ίδιων των ιερών συμβόλων– δεν αποτελεί το τέλος του πολέμου· αποτελεί την αποκάλυψη του πραγματικού του προσώπου.

Ο Οδυσσέας αντιλαμβάνεται ότι δεν εφηύρε μια λύση. Εφηύρε έναν μηχανισμό ανεξέλεγκτης βίας.

Από αυτή την άποψη, η «Οδύσσεια» συνομιλεί άμεσα με τον «Οπενχάιμερ» (2023, 180’), το αμέσως προηγούμενο φιλμ του Νόλαν. Και στις δύο περιπτώσεις, ένας εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η μεγαλύτερη επινόησή του δεν υπήρξε θρίαμβος της διάνοιας αλλά απελευθέρωση μιας δύναμης που υπερβαίνει τον ίδιο. Ο Οπενχάιμερ κοιτάζει την ατομική βόμβα. Ο Οδυσσέας κοιτάζει την Τροία. Και οι δύο βλέπουν πλέον όχι τη νίκη, αλλά την ενοχή.

Έτσι αρχίζει ο πραγματικός νόστος. Όχι ως θρίαμβος της επιστροφής, αλλά ως περιπέτεια της συνείδησης.

Γι' αυτό και ο Ματ Ντέιμον δεν υποδύεται τον γνώριμο κινηματογραφικό Οδυσσέα των προηγούμενων δεκαετιών (όπως λ.χ. ο Κερκ Ντάγκλας το 1954 ή ο Αρμάντ Ασάντε το 1997). Δεν βλέπουμε τον ατρόμητο θαλασσοπόρο ούτε τον αυτάρεσκο νικητή. Βλέπουμε έναν άνθρωπο βαθιά τραυματισμένο, σχεδόν συντετριμμένο, που κουβαλά μέσα του τα θραύσματα τόσο των πράξεών του όσο και των συντρόφων του. 


Το τραύμα αυτό βαθαίνει ακόμη περισσότερο με τη δεύτερη μεγάλη μετατόπιση της ταινίας: το επεισόδιο του Πολύφημου.

Στον Όμηρο κορυφώνεται εκεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά ευρήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Οδυσσέας γίνεται «Οτις», γίνεται «Κανένας». Η αυτοταπείνωση προηγείται της αυτοαποκάλυψης. Η σοφία προηγείται της ύβρεως.

Στον Νόλαν αυτή η ποιητική διαλεκτική απουσιάζει. Δεν υπάρχει το παιχνίδι της γλώσσας, ούτε η ειρωνική αντιστροφή ανάμεσα στον «Κανένα» και στον ένδοξο γιο του Λαέρτη. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης επιλέγει μια ακόμη ηθική ρήξη. Ο ήδη τυφλωμένος Πολύφημος δέχεται ένα ακόμη βέλος. Παραβιάζεται ακόμη και ο άγραφος κώδικας του ίδιου του κυνηγού: εκείνος που τεντώνει τη χορδή ώστε το θήραμά του να γνωρίζει τον κίνδυνο και να έχει μια τελευταία δυνατότητα αντίστασης.

Η παραβίαση αυτή δεν αφορά απλώς μια σκηνή. Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα του ήρωα.

Οι μεταβολές που ακολουθούν –η απουσία των Φαιάκων, η συμπύκνωση άλλων επεισοδίων, η διαφορετική λειτουργία της Καλυψώς και των Λωτοφάγων– υπηρετούν ακριβώς αυτή την ανάγνωση. Οι Φαίακες δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν σε μια τέτοια δραματουργία. Δεν θα μπορούσαν να οργανώσουν αγώνες και γιορτές για έναν άνθρωπο που αδυνατεί ακόμη να αντικρίσει τον ίδιο του τον εαυτό.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος για την απουσία τους.

Ο Νόλαν αφηγείται πάντοτε μέσω του χρόνου. Όπως στο Inception ή στο Interstellar, έτσι κι εδώ ο χρόνος δεν αποτελεί απλώς σκηνικό. Είναι οργανικό στοιχείο της αφήγησης. Η μη γραμμική δομή δεν είναι τεχνική επίδειξη· είναι η μορφή που απαιτεί η μνήμη ενός ανθρώπου που δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με το παρελθόν του.

Ίσως γι' αυτό η ταινία παραμένει, παρά τις αποκλίσεις της, βαθιά ομηρική.

Κυρίως επειδή είναι βαθιά αντιπολεμική.

Δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή που να εξιδανικεύει τον πόλεμο. Όλα περιστρέφονται γύρω από ό,τι αυτός καταστρέφει: πρόσωπα, πόλεις, σχέσεις, μνήμη, ψυχή. Ακόμη και ο Αγαμέμνονας εμφανίζεται σχεδόν ως η προσωποποίηση της ίδιας της πολεμικής μηχανής. Η απρόσωπη, σχεδόν μεταλλική παρουσία του θυμίζει περισσότερο μηχανισμό καταστροφής παρά άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί θεατές διέκριναν αναλογίες με τον Darth Vader του Πολέμου των Άστρων· όμως εδώ δεν υπάρχει ούτε καν η δυνατότητα της ανθρώπινης λύτρωσης που διαθέτει ο τελευταίος.

Ανάλογη λειτουργία έχει και η απουσία των θεών.

Στη νολανική πραγματικότητα, οι θεοί έχουν μετακινηθεί στο εσωτερικό του ανθρώπου. Η Αθηνά μοιάζει περισσότερο με τη φωνή της συνείδησης παρά με εξωτερική θεότητα. Οι υπόλοιποι θεοί σιωπούν. Ίσως γιατί η σύγχρονη κοσμική εποχή δεν θα μπορούσε να δεχθεί αδιαμεσολάβητα τη διαρκή θεϊκή παρέμβαση του ομηρικού κόσμου. Ο Νόλαν δεν αφαιρεί τους θεούς για να εκκοσμικεύσει τον Όμηρο. Τους μετατρέπει σε ηθικά ερωτήματα.

Και έτσι ο νόστος αποκτά μια βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση. Ο Οδυσσέας καλείται πλέον να σταθεί απέναντι στα πρόσωπα που τον ορίζουν —την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Άργο, την Ευρύκλεια— αλλά και απέναντι στις ίδιες του τις ενοχές. Οι πιο συγκινητικές στιγμές της ταινίας δεν είναι οι σκηνές δράσης, αλλά εκείνες της αναγνώρισης. Η εξομολογητική συνομιλία πίσω από τη συρόμενη πόρτα, που θυμίζει καθολικό εξομολογητήριο, η συνάντηση με τον Άργο, η Ευρύκλεια, όλα υπηρετούν αυτή τη βαθύτερη επιστροφή.

Ακόμη και το τέλος, με την απομάκρυνση του Οδυσσέα από το παλάτι, αντλεί από μεταγενέστερες παραδόσεις του μύθου. Δεν πρόκειται για αυθαίρετη αλλαγή, αλλά για μια επιλογή που υπογραμμίζει πως η αιματοχυσία αφήνει πάντοτε ένα τίμημα. Ο Τηλέμαχος, επειδή δεν συμμετέχει στη σφαγή, μπορεί να αναλάβει τη βασιλεία. Ο πατέρας έχει ήδη πληρώσει το κόστος των πράξεών του.

Βεβαίως, υπάρχουν απουσίες που θα επιθυμούσε κανείς να είχαν διατηρηθεί. Η «Νέκυια» στερείται μορφών καθοριστικών, όπως ο Αχιλλέας, του οποίου τα λόγια ανατρέπουν οριστικά κάθε ηρωική αυταπάτη: καλύτερα ένας άσημος ζωντανός παρά ο ενδοξότερος νεκρός. Η απουσία αυτού του κορυφαίου αντιπολεμικού στοχασμού γίνεται αισθητή.

Κι όμως, η ταινία αντιπροτείνει δικά της ευρήματα. Δεν ακούμε ποτέ πραγματικά το τραγούδι των Σειρήνων· ακούμε σχεδόν τη σιωπή που δημιουργεί το κερί στα αυτιά των συντρόφων. Η Κίρκη δεν μεταμορφώνει απλώς τους ανθρώπους σε γουρούνια· μοιάζει να αποκαλύπτει το ζώο που ήδη κατοικεί μέσα τους.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσία της κινηματογραφικής «Οδύσσειας».

Δεν αντικαθιστά τον Όμηρο ούτε φιλοδοξεί να τον διορθώσει. Τον ανοίγει ξανά μπροστά μας και μας καλεί να τον ξαναδιαβάσουμε μέσα από τα ερωτήματα του δικού μας αιώνα: την ενοχή, το τραύμα, τη βία, τη μνήμη, την ευθύνη.

Γιατί ο πραγματικός νόστος δεν είναι ποτέ μόνο η επιστροφή σε έναν τόπο. Είναι η δύσκολη επιστροφή σε έναν άνθρωπο που, ύστερα από όλα όσα είδε και όλα όσα διέπραξε, καλείται να μάθει ξανά ποιος είναι.


1η δημοσίευση:

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2026

Δύο αναγνώσεις: «Η κατάλυση του χρόνου» και «Ο Δρομάνθρωπος»



Το καλοκαίρι χαρίζει κάτι περισσότερο από ξεκούραση. Χαρίζει χρόνο. Και ο χρόνος που αφιερώνεται στην ανάγνωση είναι ίσως μία από τις πιο ουσιαστικές μορφές ελευθερίας.

 

Από τις αναγνωστικές τέρψεις του προηγούμενου διαστήματος ξεχώρισαν δύο βιβλία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως συναντιούνται σε κάτι ουσιαστικό: αφήνουν χώρο στον αναγνώστη να συνομιλήσει με τον εαυτό του.



Το «Η κατάλυση του χρόνου» του Μιχάλη Αλμπάτη (εκδ. Νήσος) ακολούθησε για μένα το εξαιρετικό «Οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους», το βιβλίο μέσα από το οποίο γνώρισα τον συγγραφέα και για το οποίο είχα γράψει πέρυσι το καλοκαίρι στην Εφημερίδα Ροδιακή.

 

Παρότι μπορεί κανείς εξαρχής να διακρίνει έναν κοινό παρονομαστή στην εφηβεία του κεντρικού ήρωα, πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Η αφήγηση, οι θεματικές και ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται φανερώνουν μια ανοιχτή συγγραφική παλέτα, που δεν εγκλωβίζεται στην επιτυχία μιας προηγούμενης διαδρομής.

 

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ερώτημα: είναι τα βιβλία καταφύγιο, καταφυγή ή, τελικά, φυλακή του νου;

 

Η τόλμη, εξάλλου, με την οποία ο Αλμπάτης προσεγγίζει την εξουσία του χρόνου και ο προβληματισμός που αναδύεται μέσα από τις σελίδες του είναι από τα στοιχεία που ξεχώρισα περισσότερο. Ορισμένες του παράγραφοι είναι απλώς κομψοτέχνημα.



Η δεύτερη πρόταση είναι ο «Δρομάνθρωπος» του Νίκου Καραβασίλη (εκδ. Γκοβόστη), μια νουβέλα που αποτελεί την πρώτη συγγραφική του εμφάνιση. Η ιστορία του Μορέγια, του Λούκα και του Φερνάντο εξελίσσεται με μια αξιοσημείωτη αφηγηματική ωριμότητα.

 

Είναι από εκείνες τις πρώτες εμφανίσεις που δεν κουβαλούν τις συνήθεις «παιδικές ασθένειες». Οι λέξεις βρίσκονται όλες στη σωστή τους θέση, υπηρετώντας την ιστορία και όχι την επίδειξη. Παράλληλα, ένας διακριτικός αλλά ουσιαστικός φιλοσοφικός στοχασμός διατρέχει το κείμενο, αναδεικνύοντας την ανάγκη αποδοχής της πολυπλοκότητας και του παραλόγου της ζωής, αλλά και την αξία της υπέρβασης στερεοτύπων που συχνά περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους και τις καταστάσεις.

 

Αξίζει να τα αναζητήσει κανείς. Όχι μόνο στην ελευθερία του χρόνου που χαρίζει το καλοκαίρι, αλλά κυρίως στην ελευθερία του χρόνου που γεννά η προσωπική ανάγκη για ανάγνωση, σκέψη και ουσιαστική συνάντηση με τη λογοτεχνία.


Τρίτη, Ιουλίου 14, 2026

Κοχύλι στο Πεντάγραμμο 4 | Η παράσταση


Κάθε χρόνο, όταν ολοκληρώνεται μια παράσταση του «Κοχυλιού στο Πεντάγραμμο», γεννιέται το ίδιο ερώτημα: τι είναι τελικά αυτό που γιορτάζουμε;

Η εύκολη απάντηση θα ήταν πως γιορτάζουμε τη μουσική, τα τραγούδια, τη συνάντηση των ανθρώπων. Όμως υπάρχει και μια βαθύτερη.

Γιορτάζουμε τη δυνατότητα του γνωστού να γίνει ξανά άγνωστο.

Γι' αυτό και, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, δεν επιλέξαμε να παρουσιάσουμε απλώς αγαπημένα τραγούδια. Επιχειρήσαμε να συνομιλήσουμε μαζί τους. Να τα αφήσουμε να συναντήσουν νέα κείμενα, νέες αφηγήσεις, νέες σκηνικές διαδρομές. Να δοκιμάσουμε αν ένα τραγούδι που όλοι γνωρίζουμε μπορεί να γεννήσει μια καινούργια σκέψη.

Η παράσταση κινήθηκε ανάμεσα στη μνήμη και στο παρόν, ανάμεσα στο τραγούδι και στον λόγο, ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και στη συλλογική εμπειρία. Κάθε σκηνική γέφυρα έγινε μια απόπειρα να συνδεθούν όχι μόνο δύο τραγούδια, αλλά δύο τρόποι θέασης του κόσμου.

Αυτό είναι, ίσως, το πιο ουσιαστικό κέρδος μιας τέτοιας δημιουργικής διαδικασίας. Δεν αλλάζει τα έργα που αγαπήσαμε. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφουμε σε αυτά. Και, επιστρέφοντας διαφορετικοί, ανακαλύπτουμε μέσα τους πράγματα που δεν είχαμε προσέξει ποτέ.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στις 7 και 8 Μαρτίου στη «Ρωγμή του Χρόνου», στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, από το Εργαστήριο Δημιουργικής Ανάγνωσης και Γραφής «Το Κοχύλι». Όσοι βρέθηκαν εκεί έγιναν μέρος μιας εμπειρίας όπου δημιουργοί και κοινό δεν χωρίζονταν από τη σκηνή· ενώθηκαν μέσα στο ίδιο τραγούδι, στην ίδια σιωπή, στην ίδια συγκίνηση.

Σήμερα, η παράσταση αποκτά μια δεύτερη ζωή μέσα από το βίντεο που δημοσιεύουμε.

Όχι ως υποκατάστατο της ζωντανής εμπειρίας — αυτή παραμένει ανεπανάληπτη — αλλά ως μια ακόμη πρόσκληση σε διάλογο.

Γιατί η τέχνη ολοκληρώνεται μόνο όταν κάποιος άλλος την ακούσει, τη διαβάσει, τη σκεφτεί και την κάνει, έστω για λίγο, δική του.


Καλή θέαση και καλή ακρόαση.