Σάββατο, Αυγούστου 29, 2026

«20» — Η ποίηση απέναντι στην απώλεια

Παντελής Μπουκάλας, εκδόσεις Άγρα, 2026



Το «20» του Παντελή Μπουκάλα, από τις εκδόσεις Άγρα, είναι μια ποιητική συλλογή που αποκαλύπτει το βαθύτερο περιεχόμενό της ήδη από την αφιέρωση, πριν ακόμη αρχίσουν τα ποιήματα:

«Του Σπύρου, του γιου μου, (1991–2011)».

Εξού το 20.

«Το έχει αυτό η ζωή. / Δεν σε ρωτάει.» (σελ. 9)

Κι ύστερα αρχίζει η ποίηση. Όχι για να περιγράψει την απώλεια, αλλά για να τη μεταβολίσει. Να πάρει το βίωμα μιας από τις συντριπτικότερες μορφές απώλειας — την απώλεια ενός παιδιού — και να το μετατρέψει σε ποίηση υψηλής πνοής.

Πώς το πετυχαίνει ο Μπουκάλας;

Με μια ποίηση πολυτροπική, που κινείται με αξιοθαύμαστη άνεση από την παράδοση στη νεωτερικότητα και από το δημοτικό τραγούδι στον σύγχρονο, αποφθεγματικό στίχο.

«Αν με αγαπάς μανούλα μου, και αν με ψυχοπονιέσαι, / κάμε την πέτρα την καρδιά, κάμε άγαλμα την πέτρα» (σελ. 15): ο δημοτικός τρόπος, το μοιρολόι, η προφορικότητα.

Και λίγο παρακάτω:

«Το μόνο αγώνισμα / η ζωή, / που δεν προβλέπεται / ισοπαλία.» (σελ. 17)

Η σύγχρονη, κοφτή ποίηση, που συμπυκνώνει μέσα σε τέσσερις μόλις στίχους έναν ολόκληρο υπαρξιακό στοχασμό.

Μα η δύναμη της συλλογής δεν βρίσκεται μόνο στους τρόπους της. Βρίσκεται κυρίως στην αυθεντικότητα του βιώματος. Η σχέση πατέρα και γιου περνά μέσα από μικρές, σχεδόν καθημερινές μνήμες και ξαφνικά αποκτά μια οικουμενική διάσταση.

«Και θα θυμάσαι βέβαια, μνημονάκι μου, / όταν μαθαίναμε τους αρχικούς. / Τρέχω - έτρεχα / - σκουντούφλησα και έπεσα, / σηκώθηκα και έφυγα. / Για πάντα.» (σελ. 56)

Μέσα σε λίγους στίχους, η γραμματική, η κοινή μαθησιακή εμπειρία πατέρα και γιου και η αναπόδραστη φυγή συναντιούνται. Το προσωπικό γίνεται ποιητικό· και το ποιητικό, βαθιά ανθρώπινο.

Η ίδια μετάβαση από το βίωμα στον στοχασμό συμβαίνει ξανά και ξανά:

«Μόνο οι θεοί / σταυρώνονται με συντροφιά, / ευώνυμη και δεξιά. / Οι άνθρωποι μονάχοι. / Πάντοτε μονάχοι.» (σελ. 20)

Ή, ακόμη πιο πυκνά:

«Το τρέμω / το κτήνος / που γίνεται / ο άνθρωπος / για να αντέξει.» (σελ. 28)

Και:

«Τίποτα, μια δροσιά ο άνθρωπος / κάτω από μαύρο ήλιο πύρινο.» (σελ. 52)

Η συλλογή είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές, όπου το συγκεκριμένο πρόσωπο, η συγκεκριμένη απώλεια, ανοίγουν προς το καθολικό.

Και μέσα σε όλα αυτά, η γλώσσα του Μπουκάλα δουλεύει ακατάπαυστα. Λεξιπλασίες, λογοπαίγνια, απροσδόκητες συνθέσεις.

«Να καεί από το κλάμα μας / η πανανυπαρξία του» (σελ. 40), γράφει. Και αλλού:

«Γιατί κινεί τη θεοχωλοσία σας / η ομορφιά / και δρεπανίζετε.» (σελ. 60)

Ακόμη και το παιχνίδι με τη γλώσσα του μπάσκετ μεταβολίζεται σε γλώσσα πένθους: οι «αιρμπολάτες», από το airball, γίνονται λέξη μέσα στον διάλογο με τον νεκρό γιο:

«Α, και να ’μουν η μπασκέτα σου… / Να πλάταινα από της έγνοιας μου τη θέρμη, / μια αγκαλιά, / μη μου πικραίνεσαι με τις βολές τις αιρμπολάτες.» (σελ. 69)

Είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής του Μπουκάλα ότι τίποτε δεν περισσεύει. Το καθημερινό, το λαϊκό, το λόγιο, η μνήμη, το παιχνίδι, η γραμματική, η οικογενειακή ιστορία, ο στοχασμός — όλα μπορούν να γίνουν υλικό πένθους. Και το πένθος, με τη σειρά του, υλικό ποίησης.

Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, στη σελίδα 77, ο ποιητής γράφει:

«Να πολεμάμε το γραμμένο, / Να το κάνουμε γραπτά / Ξόρκια / Επωδές / Τραγουδομοιρολόγια / Προσευχές ανεπίδοτες / μάταιες.»

Μα αυτά ακριβώς διαβάζουμε σε ολόκληρη τη συλλογή: ξόρκια, επωδές, τραγουδομοιρολόγια, προσευχές.

Και λίγο πριν, ένα τρίστιχο που σταματά τον αναγνώστη:

«Κόβω το χέρι μου, / δε θα το γράψω, / γιε μου;» (σελ. 76)

Κι ύστερα, η χαραγμένη πλάκα γίνεται το μόνο έγκυρο γραπτό — κι ας τη δούλεψε μηχανικά ένα «ξένο χέρι, εθισμένο στην απάθεια» (σελ. 77).

Ποιο είναι αυτό το ξένο χέρι;

Ίσως το χέρι του θανάτου. Ίσως εκείνο που χαράζει την πλάκα. Ίσως, τελικά, το χέρι του αναγνώστη, που έρχεται χρόνια μετά και αναμοχλεύει όσα ο ποιητής προσπάθησε να ξορκίσει.

Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν μπορείς να πεις απλώς «θάνατος».

Γιατί εδώ ο θάνατος είναι ενεστώτας διαρκείας.

Στη σελίδα 53 ο ποιητής γράφει:

«Ανεβαίνεις, / εικοσαράκι μου γλυκό, / σαράκι μου.»

Και το «20» παύει πια να είναι ένας αριθμός. Γίνεται ηλικία, μνήμη, όνομα, πληγή. Γίνεται ένας τρόπος να συνεχίζεται η συνομιλία.

Το «20» είναι, για μένα, μία από τις συγκλονιστικότερες ποιητικές συλλογές που διάβασα τα τελευταία χρόνια.

Μια συλλογή που τολμά σε επίπεδο υπαρξιακό, ποιητικό, ανθρωπολογικό.

Και κυρίως, μια συλλογή που αποδεικνύει κάτι δύσκολο: πως ακόμη και μπροστά σε μια απώλεια που μοιάζει να μην επιδέχεται μεταβολισμό, η ποίηση μπορεί — όχι να την παρηγορήσει, ούτε να την ακυρώσει — αλλά να της δώσει φωνή, μορφή και διάρκεια.


1η δημοσίευση: εφημ. ΡΟΔΙΑΚΗ

Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2026

«Γιατί βαθιά μου δόξασα»: κυκλοφορεί!



Κυκλοφορεί από την DK Records, σε όλες τις μουσικές πλατφόρμες, η νέα μου μελοποίηση πάνω σε αυτούς τους συγκλονιστικούς στίχους του Άγγελου Σικελιανού.

 

Ένα ποίημα για την πίστη στη γη και στη ζωή, για τη βαθύτερη δύναμη που γεννιέται μέσα από τη σιωπή, τα λογής εμπόδια του βίου, τη φθορά· και, τελικά, για εκείνη τη μεγάλη συμφιλίωση με τον Θάνατο, που μπορεί να γίνει —όπως λέει ο ποιητής— αδερφός.

 

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου…

[…]

να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
να που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!…

 

🎧 Ακούστε το εδώ:
For I Have Revered the Earth — DistroKid

«Γιατί βαθιά μου δόξασα» — Άγγελος Σικελιανός

Μουσική: Πάνος Δρακόπουλος
Κυκλοφορία: DK Records
Εικαστικό εξωφύλλου: Στέργιος Παρδαλός

For I Have Revered the Earth



Κυριακή, Αυγούστου 23, 2026

ΓΙΑΤΙ ΒΑΘΙΑ ΜΟΥ ΔΟΞΑΣΑ


Τον Αύγουστο του 2012, ένας πολύ καλός φίλος — μουσικός, κι αυτό έχει τη σημασία του — μου έκανε δώρο γενεθλίων μια συναρπαστική, καλαίσθητη και εξαιρετικά τεκμηριωμένη ανθολογία βαλκανικής ποίησης (ΑΙΜΟΣ, Οι Φίλοι του Περιοδικού «ΑΝΤΙ», 2007).

Ανάμεσα στα ποιήματα των επιμέρους εθνικών ποιήσεων, συνάντησα ξανά τον Άγγελο Σικελιανό και το «Γιατί βαθιά μου δόξασα». Ένα ποίημα που, παρότι είχα διαβάσει τον Σικελιανό από πολύ νέος, εκείνη τη φορά το είδα αλλιώς. Ή, μάλλον, με είδε εκείνο αλλιώς.

Ήταν και η παρακίνηση της Κ. που είχε προηγηθεί:
«Δες το. Είναι υπέροχο. Σε αφορά

Με συγκίνησε αμέσως το βαθύ, γήινο βίωμα που κουβαλά — η πίστη στη ζωή, η αποδοχή της φθοράς, η συμφιλίωση με τον χρόνο και, στο τέλος, εκείνη η συγκλονιστική συνάντηση με τον Θάνατο, που «μου γίνηκε αδερφός».

Κάπου ανάμεσα στην ανάγνωση και στη συγκίνηση, το ποίημα έγινε σχεδόν αμέσως μουσική. Από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η μελοποίηση μοιάζει να υπάρχει ήδη μέσα στους στίχους και απλώς περιμένει να την ακούσεις.

Χρειάστηκε έπειτα να επανέλθω, το επόμενο καλοκαίρι, για την ενορχήστρωση και την ηχογράφησή του. Κι ενώ μου άρεσε πολύ, απορροφημένος καθώς ήμουν από τις νεότερες μουσικές μου εξερευνήσεις, το άφησα στην άκρη.

Διόλου για λίγα χρόνια.

Στη σιωπή.

Τώρα, στα 51 μου, σκέφτομαι πως δεν υπάρχει λόγος να παραμένει στην άκρη. Κάθε άλλο!

 

Το «Γιατί βαθιά μου δόξασα», του Άγγελου Σικελιανού, σε δική μου μελοποίηση, κυκλοφορεί μέσα στις επόμενες ημέρες από την DistroKid, σε όλες τις μουσικές πλατφόρμες.

Με ένα υπέροχο εξώφυλλο του φωτογράφου και εικαστικού Στέργιου Παρδαλού, που αγκάλιασε με τη δική του ματιά αυτή την παλιά, άμεση ωστόσο ώσμωση ποιήματος και μουσικής.

«Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη…»


Πέμπτη, Αυγούστου 20, 2026

Δύο ταινίες — δύο καθρέφτες

Δύο ταινίες που είδα πρόσφατα. Δύο πολύ διαφορετικές ματιές στον άνθρωπο και στις σχέσεις που αναπτύσσει.

 


Το Ex Machina (2014) έχει στο κάδρο του την Τεχνητή Νοημοσύνη — αλλά στην πραγματικότητα μιλά για τον άνθρωπο. Η ΤΝ είναι το αντικείμενο του πειράματος ή μήπως είναι ο άνθρωπος το πειραματόζωο; (Ιδίως ο ευάλωτος άνθρωπος: Εκείνος που, επειδή ανθρωποποιεί την τεχνητή νοημοσύνη, προβάλλει πάνω της επιθυμίες, συναισθήματα, προθέσεις — ακόμη και τον έρωτα. Και ακριβώς εκεί γίνεται χειραγωγήσιμος).

 

Μια εξαιρετική ταινία, αν και κάπου υποφέρει από έναν κάπως στενά εννοούμενο δαρβινισμό: ο ισχυρότερος επιβιώνει. Μόνο που η νεότερη ανθρωπολογία και η εξελικτική βιολογία μάς υπενθυμίζουν κάτι σημαντικότερο: ο άνθρωπος δεν επιβίωσε επειδή ήταν ο ισχυρότερος, αλλά επειδή υπήρξε — μεταξύ άλλων — ο συνεργατικότερος. Η ταινία δεν έχει αυτή την οπτική. Δεν της το χρεώνω· αλλά δεν μπορώ και να μην το σκεφτώ.

 

Οπωσδήποτε, πάντως, θα την ενέτασσα σε ένα εργαστηριακό μάθημα Μέσων, Κινηματογραφικής Παιδείας, Φιλοσοφίας ή Βιοηθικής — Τεχνητής Νοημοσύνης, αν εργαζόμουν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

 


Το The Invite (2026), από την άλλη, είναι μια ταινία για τις ανθρώπινες σχέσεις. Δύο ζευγάρια συναντιούνται και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν, καθρεφτίζονται. Από τη μια, μια ζωή που έχει περάσει από απώλειες, δυσκολίες και αντιξοότητες και παρ’ όλα αυτά σηκώνεται. Από την άλλη, ένας αβίωτος βίος: ένα ζευγάρι που δεν ζει — απλώς επιβιώνει.

 

Ιδιαίτερα χιουμοριστική ταινία: με χιούμορ όμως ουσιαστικό, όχι επιδερμικό, εκβιαστικό ή μανιεριστικό. Οι τέσσερις ηθοποιοί (Σεθ Ρόγκεν, Ολίβια Γουάιλντ, Πενέλοπε Κρουζ και Έντουαρντ Νόρτον) έχουν το μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας. Και ίσως όχι τυχαία: πριν από τα γυρίσματα έμειναν δύο εβδομάδες μέσα στο ίδιο το σενάριο, αυτοσχεδιάζοντας, παίζοντας, προσθέτοντας και αφαιρώντας.

 

Έτσι οι χαρακτήρες δεν είναι τύποι — χάρτινες φιγούρες ενός τυπικού χολιγουντιανού σεναρίου. Είναι άνθρωποι.

 

Μια αληθινή ταινία για τις σχέσεις, λοιπόν. Για το να πέφτεις και να σηκώνεσαι. Για το να πέφτεις και να μένεις κάτω. Για το να βαλτώνεις — και, κάποτε, να αποφασίζεις αν θα κάνεις κάτι γι’ αυτό.

 

Δύο ταινίες.

Κι ένας προφανής κοινός παρονομαστής:

Ο άνθρωπος και οι σχέσεις του.


Τρίτη, Αυγούστου 18, 2026

Παντελής Ευθυμίου - Δημήτρης Τσαλουμάς



Δύο σχετικά πρόσφατες εκδόσεις που αφορούν, αρχικά, τα Δωδεκανησιακά γράμματα — και τελικά τα ελληνικά γράμματα.

 

Η πρώτη: τα Άπαντα του Παντελή Ευθυμίου (1954–1992), του σημαντικού Ρόδιου ποιητή. Ένας ογκώδης τόμος, που ξεπερνά τις 690 σελίδες, έκδοση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Υποτροφιών Ρόδου Εμμανουήλ και Μαίρης Σταματίου, σε επιμέλεια Δημήτρη Κόκκινου, Χρυσάνθης Μανωλά και Στέλλας Παπαδοπούλου. Εξαιρετική δουλειά — φιλολογική, τυπογραφική, εκδοτική. Ένα έργο διάσωσης και, κυρίως, ανάδειξης ενός ποιητικού corpus που δεν έπρεπε να παραμείνει στη σκιά.

 

Η δεύτερη: το μεγάλο αφιέρωμα στον Δημήτρη Τσαλουμά, στο τεύχος 39–40 του περιοδικού Το Κοράλλι. Ένας από τους κορυφαίους Δωδεκανήσιους ποιητές του εξωτερικού, ένας ποιητής που έγραψε ελληνικά και αγγλικά, μεταφέροντας την ελληνική ποιητική συνείδηση σε έναν άλλο γλωσσικό ορίζοντα. Την επιμέλεια του αφιερώματος έχουν ο Γιάννης Πατίλης, ο Πέτρος Φούρναρης και ο Κώστας Χατζηαντωνίου.

 

Μελέτες, αναλύσεις, μαρτυρίες, κείμενα του ίδιου του ποιητή για το έργο και τον εαυτό του, ανθολόγηση ποιημάτων στα ελληνικά και στα αγγλικά. Και κάτι που προσωπικά με εντυπωσίασε ιδιαίτερα: βλέπει κανείς, μέσα από το αφιέρωμα, πώς ο Τσαλουμάς χειριζόταν την αγγλική γλώσσα ως ποιητής· πώς η ξένη γλώσσα δεν γίνεται απλώς εργαλείο έκφρασης, αλλά χώρος ποιητικής δημιουργίας.

 

Δύο εκδόσεις, λοιπόν, που δεν είναι απλώς «σημαντικές για τη Ρόδο» ή «σημαντικές για τα Δωδεκάνησα». Είναι η ουσιαστική δουλειά που χρειάζεται για να αποκτήσουν οι Δωδεκανησιακές φωνές τη θέση που τους αναλογεί στο σώμα της νεοελληνικής γραμματείας.

 

Και γι’ αυτό αξίζουν την προσοχή μας — και την ευγνωμοσύνη μας.


Δευτέρα, Αυγούστου 17, 2026

ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Εικαστικό
John William Waterhouse, Penelope and Her Suitors (1912). Λεπτομέρεια.


ΠΗΝΕΛΟΠΗ

 

Ένα ποίημά μου για την Πηνελόπη, την πίστη, την απουσία — αλλά και για τη δύναμη της μεταμόρφωσης.

Γράφτηκε πέρσι το καλοκαίρι και δημοσιεύτηκε στο νέο τεύχος (27) του περιοδικού τέχνης και λόγου Νησίδες, στις σελίδες 11–13:

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

 

Στην αρχή, απ’ όλες τις τέχνες

η μεταμόρφωση

μ’ άφηνε ανίδεη κι ατάραχη.

 

Άλλα χρόνια τότε, ξέγνοιαστα·

τη μια κάλπαζαν στην ακροθαλασσιά,

την άλλη στ’ απαλό χορτάρι.

 

Ώσπου ήρθε το δίχτυ του πολέμου

που πήρε τον Δυσσέα μου

μέσα απ’ τα χέρια·

Ο Τηλέμαχος θα μεγάλωνε πια

δίχως τον πατέρα του

κι εγώ, δίχως τον ήλιο του Αυγούστου.

Στην αρχή το δέχτηκα:

ήταν επιταγή

κι ο άνδρας μου υπήρξε μια ζωή

ανδρεία φύση.

 

Όμως τα χρόνια πέρασαν

όπως κι η νιότη απ’ τον γάμο μου

σαν αθόρυβο μελτέμι.

 

Μας είπαν, έπεσε η Τροία.

Οι βασιλείς, γοργά

θα γύριζαν στα πατρογονικά τους.

 

Όμως, όσο κι αν επέστρεφε

ο ένας μετά τον άλλον,

πάντοτε το κενό συνόδευε

τα νέα του ανδρός μου.

 

Ήταν τέτοια η απόγνωση μου

που την κατάληψη των μνηστήρων

στο βιος μας

την πήρα σαν μια ήπια κατάρα.

 

Ώσπου εμφανίστηκε μπρος μου

η προστάτιδα της Σοφίας

η Αθηνά:

«Έχω τον τρόπο να είσαι εδώ

και συνάμα, να ‘σαι στον άνδρα σου, κοντά,

γιατί οι μέρες του στην Ιθάκη αργοπορούν

σαν το βήμα της χελώνας.

Τον γιο σου θα τον φροντίσω, σαν δικό μου.

Εσύ το μόνο που ‘χεις είναι να δεχθείς

άλλο όνομα, άλλο τίτλο κι άλλο σώμα».

 

Κι έτσι πρώτα έγινα η Κίρκη,

έπειτα η Καλυψώ

και προτού τελειώσουν όλα,

η Ναυσικά, του Αλκίνοου η κόρη.

 

Σαν Κίρκη βίωσα τη μέθη της μαγείας:

Να δελεάζεις, ν’ αποπλανείς

και στο τέλος

να φορτώνεις τη διάνοια

των ανδρών

στα κύτταρα των χοίρων.

 

Σαν Καλυψώ, βυθίστηκα

σε πλησμονές απλησίαστες

–ακόμη και για εστεμμένη–

με πρώτο τον μύθο της Αθανασίας

και της απόφασης του Λαερτιάδη

να διαλέξει εμένα από Εκείνη.

 

Σαν Ναυσικά, τέλος,

βλάστησε ξανά μέσα μου

η νεαρή κοπέλα

που ορέγεται απ’ την αρχή

το φωτεινό ρίγος της ζήσης.

 

Και το απ’ όλα πιο σπουδαίο:

Ήμουν και πάλι

–μετά από φεγγάρια κι αστέρια μοναξιάς–

αντάμα με τον μονάκριβό μου.

 

Νιώθω στο βλέμμα σας

εύλογη την απορία

– και το μόνο που απαντώ

είναι τούτο:

Ήταν, σ’ όλες αυτές τις σκηνές,

τόσο ο εαυτός του απέναντι μου

όσο κι εγώ μέσα στις άλλες τις μορφές μου.

 

Δε είναι λίγα, επομένως,

όσα χρωστώ στην αφοσίωση

—στης πίστης τον μανδύα.

Αυτό – και ποιος δεν το γνωρίζει;

 

Χρωστώ όμως κι άλλα τόσα

στα υφαντά που μ’ έμαθε

μια να ράβω – και μια να ξηλώνω

η Αθηνά αυτοπροσώπως.



Το τελευταίο τεύχος των Νησίδων 

- αναρτημένο στον επίσημο τους ιστότοπο. 

Μπορείτε να το κατεβάσετε και να το διαβάσετε: 

https://nisides.webnode.gr/neo-teychos/