Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2026

«Ελεύθερη αγορά» 2006-2026


Το πρώτο ιστολόγιο που δημιούργησα, τον Σεπτέμβριο του 2006.

Με κείμενα κυρίως για τον χώρο της τέχνης, της παιδείας, της σκέψης και των μέσων. Περιέχει την αρθρογραφία και τις στήλες που είχα παλιότερα, αλλά και νεότερα δημοσιεύματά μου σε έντυπα — από εφημερίδες μέχρι περιοδικά, άλλοτε σατιρικά, άλλοτε καλλιτεχνικά, άλλοτε ποικίλης ύλης.

[Σημειωτέον ότι οι επιστημονικές μου εργασίες, καθώς και δοκίμια, ομιλίες ή κριτικές που δημοσιεύθηκαν κυρίως στις «Νησίδες», αλλά και αλλού, δεν συμπεριελήφθησαν ποτέ εδώ.]

Απ’ την άλλη, έχει ενσωματώσει μέρος από τη δραστηριότητά μου στο ραδιόφωνο («Πύργος της Βαβέλ»), στη δημιουργική γραφή («Το Κοχύλι»), στους ιστότοπους εικόνας και βίντεο (YouTube) και στις πλατφόρμες μουσικής δημιουργίας (Spotify, Apple Music κ.ά.).

Στα είκοσι χρόνια λειτουργίας του αριθμεί 838 αναρτήσεις και περίπου 176.000 επισκέπτες/αναγνώστες.

Είναι λίγα — είναι πολλά;

Το ερώτημα δεν έχει, θαρρώ, ουσιαστικό νόημα — τουλάχιστον για όποιον δεν αποτιμά τα δεδομένα με τους όρους της οικονομικής ελεύθερης αγοράς.

Ο τίτλος μας εδώ, «Ελεύθερη αγορά», είναι παρμένος από το βιβλίο που έγραφα εκείνη την περίοδο (2000–2006) και αφορά την ελεύθερη συνάντηση — ανθρώπων, ιδεών, έργων. Όχι αριθμών.

Επομένως, το ερώτημα αναδιατυπώνεται στο αντιπροσωπευτικότερο: Αρκούν τα λόγια αυτά για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη που νιώθει κανείς για την ανταπόκριση που έχει λάβει το ιστολόγιο της «Ελεύθερης αγοράς»;

Ακόμη κι αν δεν είμαστε πια, εδώ και καιρό, στην εποχή των ιστολογίων, εύχομαι να συνεχίσουμε — να συνταξιδεύουμε — σε όλα του τα μήκη και τα πλάτη.

https://nothia.blogspot.com/


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2026

Ο φασισμός δεν είναι απλώς μια λέξη


«Φασισμός — η ιστορία μιας ιδέας» των Ian Dunt και Dorian Lynskey, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Νοέμβριος 2025), σε επιμέλεια Χρίστου Κυθρεώτη και μετάφραση Κωστή Πανσέληνου, είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα, χωρίς να είναι εύκολο βιβλίο.

Το μεγάλο του ατού, θαρρώ, βρίσκεται στον καλογραμμένο, ζωηρό κι εύληπτο τρόπο με τον οποίο αφηγείται την άνοδο του φασισμού μέσα από τις ίδιες τις διαδρομές των ανθρώπων που τον ενσάρκωσαν. Ιδιαίτερα η πορεία του Μπενίτο Μουσολίνι: τα πρώτα του βήματα, οι πολιτικές του μεταστροφές, ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε μέσα στην ιταλική πολιτική, η εκμετάλλευση των συνθηκών που δημιούργησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και, τελικά, η αναρρίχησή του στην εξουσία στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αντίστοιχα, παρακολουθούμε τον Χίτλερ από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το αποτυχημένο πραξικόπημα της Μπιραρίας, τη φυλακή και τη συγγραφή του Mein Kampf έως την αναρρίχησή του στην εξουσία τη δεκαετία του 1930.

Κι αυτό έχει σημασία. Γιατί η ιστορία του φασισμού δεν είναι μόνο ιστορία ιδεών. Είναι και ιστορία προσώπων, φιλοδοξιών, πολιτικών ευκαιριών, συγκυριών και κοινωνιών που, σε συγκεκριμένες στιγμές, έπαψαν να αντιστέκονται.

Εδώ συνδέεται, σχεδόν αναπόφευκτα, μια φράση του δημιουργού του Dune, Frank Herbert: «Η εξουσία έλκει παθολογικές προσωπικότητες. Δεν είναι ότι η εξουσία διαφθείρει· είναι ότι είναι μαγνητική για τους επιρρεπείς στην διαφθορά». Η ιστορία του Μουσολίνι και του Χίτλερ προσφέρει, μεταξύ άλλων, ένα εξαιρετικό πεδίο για να ξανασκεφτούμε αυτή την παρατήρηση — και, κατ’ επέκταση, για το διεθνές πολιτικό σκηνικό του 21ου αιώνα.

Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθεια των συγγραφέων να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο «φασισμός» και να παραμείνουν συνεπείς σε αυτή την εννοιολόγηση, εξετάζοντας τον Φράνκο, τον Σαλαζάρ, τον Μεταξά —έστω και περιορισμένα— αλλά και μεταγενέστερα μορφώματα, όπως του Ορμπάν και του Τραμπ.[1] Το βιβλίο δεν επιχειρεί να κατέβει στο διαυγέστερο μικροσκόπιο του φαινομένου. Θέλει περισσότερο να μας δείξει τη μεσαία και τη μεγάλη εικόνα. Γι’ αυτό και κάποιες ερμηνείες παραμένουν σχηματικές, κάποιες αποχρώσεις δεν αναπτύσσονται όσο θα ήταν αναγκαίο.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η γέφυρα που στήνεται προς το παρόν. Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο ιστορικό αντικείμενο. Η εννοιολογική σύγχυση γύρω από τον όρο, η επιστροφή ακροδεξιών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την AfD, δεύτερη δύναμη στη Γερμανία με 20,8% στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, αλλά και το πρόσφατο 43,8% που κατέγραψε στη Σαξονία-Άνχαλτ—, αλλά και όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα, κάνουν ορισμένες από τις σελίδες του βιβλίου να διαβάζονται διαφορετικά.

Κρατώ, τέλος, μια φράση από τη σελίδα 253: «Ο φασισμός αποτέλεσε έτσι μια αποκαλυπτική κοσμική θρησκεία που ορκιζόταν να χρησιμοποιήσει αίμα για να λειάνει τον δρόμο προς μια ουτοπία που ποτέ δεν περιέγραψε ακριβώς».

Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο είναι επίκαιρο. Όχι επειδή μας επιτρέπει να αποκαλούμε ευκολότερα κάτι «φασιστικό», αλλά επειδή μας υποχρεώνει να καταλάβουμε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη. Σε μια εποχή κατά την οποία ο όρος χρησιμοποιείται συχνά ως πολιτική βρισιά ή προσβολή, η ιστορική ακρίβεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι άμυνα. Και εφόδιο.

 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2026

Πίσω από το είδωλο: Ο άνθρωπος κι ο εθισμός του



Μέσα στη φασαρία των ημερών γύρω απ’ τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη —άλλοτε κίτρινη, άλλοτε ροζ, άλλοτε απλώς με χρώμα διάκρισης και κακοβουλίας — ξεχωρίζω αυτό το βίντεο.

 

Αξίζει να το δούμε.

 

Γιατί μιλά για τον εθισμό χωρίς να τον κάνει θέαμα. Για τον καλλιτέχνη-είδωλο χωρίς να ξεχνά πως πίσω από το είδωλο υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να πάσχει. Ένας άνθρωπος άρρωστος.

 

Και λέει μερικές δύσκολες αλήθειες για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία του θεάματος μεταχειρίζεται τον εθισμένο καλλιτέχνη: όσο είναι χρήσιμος ως είδωλο, τον αποθεώνει· όταν καταρρέει, τον καταναλώνει ξανά ως θέαμα.

 

Μέσα σε όλο αυτό το άθλιο μιντιακό γύρω-γύρω, μου έρχεται μια παλιά μου σκέψη:

 

«Πάντα κάποιος βγαίνει κερδισμένος απ' τους νεκρούς. Τα κοράκια.»

 

Σ’ αυτό το βίντεο, ευτυχώς, δεν υπάρχει κοράκι.

Υπάρχουμε εμείς.

 

Και η σκέψη για το επόμενο θύμα. Για τον επόμενο άνθρωπο που μπορεί να βρεθεί στην ίδια θέση.


Έχει μεγάλη σημασία, επομένως, να το ακούσουμε. Και, κυρίως, να σκεφτούμε.


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2026

"Φασισμός — η ιστορία μιας ιδέας"



«Φασισμός — η ιστορία μιας ιδέας» των Ian Dunt και Dorian Lynskey, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Νοέμβριος 2025), σε επιμέλεια Χρίστου Κυθρεώτη και μετάφραση Κωστή Πανσέληνου.

 

Ένα βιβλίο γραμμένο με απλή, καθαρή γλώσσα, καλά τεκμηριωμένο στα περισσότερα ιστορικά του σημεία, που επιχειρεί κάτι δύσκολο: να ξεκαθαρίσει τι εννοούμε όταν λέμε «φασισμός». Και, κυρίως, να παραμείνει συνεπές με αυτή την εννοιολόγηση, καθώς περνά από τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ στον Φράνκο, τον Σαλαζάρ, (ελάχιστα τον Μεταξά) και σε μεταγενέστερα πολιτικά μορφώματα (πχ Ορμπάν, Τραμπ).

 

Δεν είναι, βέβαια, το βιβλίο που θα βάλει το φαινόμενο κάτω από το διαυγέστερο μικροσκόπιο. Οι συγγραφείς ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μεσαία και τη μεγάλη εικόνα: την ιδέα, την ιστορική της διαδρομή, τους μηχανισμούς της και τις μεταμορφώσεις της. Ορισμένες ερμηνείες είναι αναγκαστικά σχηματικές· κάποιες σημαντικές αποχρώσεις μένουν εκτός. Σε έναν βαθμό, όμως, αυτό είναι και το τίμημα της οικονομίας του εγχειρήματος.

 

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η γέφυρα που στήνεται προς το παρόν. Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο ιστορικό αντικείμενο. Η εννοιολογική σύγχυση γύρω από τον όρο, η επιστροφή ακροδεξιών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την AfD, που στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές έφτασε το 43,8% στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ — αλλά και όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα, κάνουν ορισμένες από τις σελίδες του βιβλίου να διαβάζονται διαφορετικά.

 

Κρατώ, ανάμεσα σε άλλες, μια φράση από τη σελίδα 253: «Ο φασισμός αποτέλεσε έτσι μια αποκαλυπτική κοσμική θρησκεία που ορκιζόταν να χρησιμοποιήσει αίμα για να λειάνει τον δρόμο προς μια ουτοπία που ποτέ δεν περιέγραψε ακριβώς».

 

Ίσως εκεί βρίσκεται και κάτι από τον διαχρονικό του δελεασμό: στην υπόσχεση μιας ουτοπίας που δεν χρειάζεται να περιγραφεί για να απαιτήσει θυσίες.

 

Ένα αρκετά χρήσιμο βιβλίο, λοιπόν. Όχι γιατί δίνει όλες τις απαντήσεις, αλλά γιατί βοηθά να ξαναθέσουμε σωστά το ερώτημα — ενώπιον της ιστορίας κι ενώπιον του εαυτού μας.

 

Και, σε εποχές όπου η λέξη «φασισμός» χρησιμοποιείται συχνά χωρίς ακρίβεια, η ακρίβεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι άμυνα. Κι εφόδιο.


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2026

Η κρίση της κατανόησης



Τα αποτελέσματα της PISA 2025 για την Ελλάδα προκαλούν έντονο προβληματισμό. Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η θέση μας στον πίνακα των χωρών. Είναι κάτι βαθύτερο: οι σημερινοί δεκαπεντάχρονοι εμφανίζονται να γνωρίζουν αισθητά λιγότερα από τους Έλληνες δεκαπεντάχρονους προηγούμενων γενεών. Οι επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με την Ελλάδα να απέχει σημαντικά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Δεν είναι, ασφαλώς, η πρώτη φορά που το διαπιστώνουμε. Η υποχώρηση δεν είναι στιγμιαία. Είναι μακροχρόνια. Και ακριβώς γι' αυτό ίσως πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε νέα ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ως μία ακόμη ευκαιρία για θρήνο, καταγγελία ή αναζήτηση ενόχων.

Η PISA δεν μας δίνει ολόκληρη την εικόνα του ελληνικού σχολείου. Δεν μπορεί να τη δώσει. Είναι μια συγκεκριμένη διεθνής αξιολόγηση, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, συγκεκριμένα εργαλεία και συγκεκριμένους περιορισμούς. Είναι, όμως, μια ενδεικτική εικόνα. Και, κυρίως, μια εικόνα που συναντάται με εκείνη που βλέπουν καθημερινά πολλοί άνθρωποι, μέσα και έξω από το σχολείο.

Μια εικόνα δυσκολίας στη μάθηση. Δυσκολίας στη συγκέντρωση. Δυσκολίας στην κατανόηση. Και, ολοένα περισσότερο, δυσκολίας στην επικοινωνία.

Ίσως εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.

Γιατί η Κατανόηση Κειμένου δεν είναι απλώς μία από τις τρεις περιοχές που εξετάζει η PISA. Είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Για να καταλάβω τι μου λες, πρέπει πρώτα να μπορώ να διαβάσω αυτό που μου λες.

Να παρακολουθήσω έναν συλλογισμό. Να διακρίνω το γεγονός από την άποψη. Να αντιληφθώ την ειρωνεία, την πρόθεση, την απόχρωση. Να μη μετατρέψω μια φράση σε ολόκληρο επιχείρημα και μια διαφωνία σε προσωπική επίθεση.

Όταν αυτή η ικανότητα υποχωρεί, το πρόβλημα δεν παραμένει στη σχολική αίθουσα.

Μεταφέρεται στην κοινωνία.

Το βλέπουμε ήδη στα κοινωνικά δίκτυα: στην αποσπασματική ανάγνωση, στην παρερμηνεία, στην επιθετικότητα που γεννά η αδυναμία κατανόησης, στην ταχύτητα με την οποία απαντούμε πριν προλάβουμε να καταλάβουμε. Ένας κόσμος όπου όλοι μιλούν και όλο και λιγότεροι ακούν.

Ένα είδος επικοινωνιακού breakdown — μία μορφή πραγματικής και ψηφιακής σύγχρονης Βαβέλ.

Άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα και δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να συνεννοηθούν.

Και εδώ η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης εισάγει ένα παράδοξο που αξίζει να μας ανησυχήσει.

Την ώρα που η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων μοιάζει να γίνεται δυσκολότερη, η επικοινωνία ανθρώπου και μηχανής γίνεται ολοένα ευκολότερη.

Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) μπορούν να διαχειρίζονται τη γλώσσα, να ανασυνθέτουν ερωτήματα, να ζητούν διευκρινίσεις, να προσαρμόζουν το ύφος και να απαντούν με τρόπο που συχνά μοιάζει περισσότερο «υπομονετικός» από τον άνθρωπο απέναντί μας. Φυσικά, δεν είναι αλάνθαστα. Και ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοούν τον κόσμο με τον ανθρώπινο τρόπο.

Αλλά εδώ αναδύεται το παράδοξο: μπορεί να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία όπου δυσπιστούμε ολοένα περισσότερο απέναντι στον άνθρωπο και ταυτόχρονα γινόμαστε ολοένα πιο εύπιστοι απέναντι στη μηχανή.

Δεν πιστεύουμε εύκολα αυτόν που βρίσκεται απέναντί μας. Του αποδίδουμε προθέσεις, σκοπιμότητες, κρυφά νοήματα. Την ίδια στιγμή, δεχόμαστε συχνά μια απάντηση της Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς να διαθέτουμε πάντοτε τα γνωστικά εργαλεία για να ελέγξουμε αν είναι σωστή.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό πρόβλημα της νέας εποχής.

Γιατί όσο ισχυρότερη γίνεται η μηχανή, τόσο ισχυρότερος πρέπει να γίνεται ο άνθρωπος.

Όχι απαραίτητα σε υπολογιστική ισχύ. Εκεί η σύγκριση, από ένα σημείο κι έπειτα, φαντάζει μάταιη.

Σε κρίση.

Σε φαντασία.

Σε δημιουργικότητα.

Σε φιλομάθεια.

Σε ικανότητα αμφισβήτησης.

Σε ικανότητα να θέτει τις σωστές ερωτήσεις.

Σε ικανότητα να αναγνωρίζει ότι μια απάντηση μπορεί να είναι πειστική και ταυτόχρονα λανθασμένη.

Ο Γιώργος Χατζηβασιλείου, στη Φιλοσοφία της τεχνητής νοημοσύνης: ένα ταξίδι στο μέλλον (Διόπτρα, 3η έκδοση, 2025), σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι περισσότερες εκπαιδευτικές έρευνες συγκλίνουν στην ανάγκη να οξύνουμε την «κριτική σκέψη, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, την οργανωτικότητα, τη φιλομάθεια» — δεξιότητες που, όπως παρατηρεί, καλλιεργεί παραδοσιακά ένας αρχέγονος κλάδος της παιδείας: η φιλοσοφία.

Να λοιπόν το παράδοξο.

Την ώρα που οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί κολοσσοί του πλανήτη επενδύουν δισεκατομμύρια —και σε ορισμένες περιπτώσεις τεράστιους πόρους σε βάθος χρόνου— για να αναπτύξουν την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα εκπαιδευτικά μας συστήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση σαν μια δευτερεύουσα κοινωνική δαπάνη.

Χρειάζεται να επενδύσουμε.

Οικονομικούς πόρους, ασφαλώς.

Αλλά και διανοητικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς πόρους.

Χρειάζεται ισχυρό δημόσιο σχολείο. Περισσότερο και κατάλληλα καταρτισμένο εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό. Καλύτερες υποδομές. Περισσότερο πραγματικό μαθησιακό χρόνο. Καλύτερο κλίμα στην τάξη. Και, κυρίως, ένα σχολείο που θα ξανακάνει τη γνώση επιθυμητή.

Γιατί και εδώ τα στοιχεία της PISA είναι αποκαλυπτικά. Το 27% των Ελλήνων δεκαπεντάχρονων θεωρεί το σχολείο χάσιμο χρόνου, ενώ από το 2022 έως το 2025 μειώθηκαν αισθητά η περιέργεια και η διάθεση μεγαλύτερης προσπάθειας όταν κάτι δυσκολεύει. Παράλληλα, οι απουσίες και η διατάραξη του μαθήματος καταγράφουν μια σοβαρή αποσύνδεση από τη σχολική διαδικασία.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη.

Δεν πρέπει να μετατρέψουμε την PISA σε δικαστήριο για τους εκπαιδευτικούς. Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ελλείψεις σε εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό, υλικοτεχνική υποδομή και θεσμική υποστήριξη. Και υπάρχει επίσης η εύλογη επιφύλαξη ότι πρόκειται για μια αξιολόγηση χαμηλού διακυβεύματος, στην οποία η επίδοση δεν επηρεάζει βαθμό, προαγωγή ή εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Η μειωμένη προσπάθεια των μαθητών μπορεί επομένως να επηρεάζει ένα μέρος των αποτελεσμάτων.

Η επιφύλαξη αυτή δεν ακυρώνει το πρόβλημα. Αντίθετα, το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον: αν ένα παιδί δεν θεωρεί ότι αξίζει να προσπαθήσει ούτε σε μια διεθνή αξιολόγηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι ξέρει. Είναι η σχέση του με τη γνώση.

Και ίσως αυτό είναι που πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο.

Όχι αν το ελληνικό σχολείο βρίσκεται λίγο ψηλότερα ή λίγο χαμηλότερα στον πίνακα.

Αλλά γιατί ένα παιδί πρέπει να πειστεί ότι η γνώση αξίζει.

Γιατί πρέπει να πειστεί ότι αξίζει να διαβάσει ένα δύσκολο κείμενο μέχρι τέλους.

Να λύσει ένα δύσκολο πρόβλημα χωρίς να εγκαταλείψει την προσπάθεια.

Να ακούσει τον άλλον πριν απαντήσει.

Να αμφισβητήσει μια πληροφορία πριν την πιστέψει.

Να χρησιμοποιήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη χωρίς να παραδώσει σε αυτήν τη δική του κρίση.

Η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν καταργεί την ανάγκη για γνώση. Την κάνει πιο επείγουσα.

Δεν καταργεί τις σκληρές δεξιότητες (hard skills). Τις κάνει θεμέλιο.

Αλλά πάνω σε αυτά τα θεμέλια πρέπει τώρα να οικοδομήσουμε κάτι περισσότερο: ένα σχολείο κριτικής σκέψης, φαντασίας, δημιουργικότητας, φιλομάθειας και ουσιαστικής επικοινωνίας. Ένα σχολείο που δεν θα φοβάται τη φιλοσοφία της τεχνολογίας, αλλά θα τη φέρει στο κέντρο της σύγχρονης παιδείας.

Γιατί η μεγάλη εκπαιδευτική πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι να μάθουμε στα παιδιά να ανταγωνίζονται τις μηχανές.

Αυτός ο αγώνας είναι ήδη χαμένος σε πολλές από τις περιοχές όπου οι μηχανές είναι σχεδιασμένες να υπερέχουν.

Η πρόκληση είναι άλλη.

Να μη γίνει ο άνθρωπος μηχανή.

Να μη χάσει την περιέργειά του.

Να μη χάσει την ικανότητά του να αμφιβάλλει.

Να μη συγχέει τη φαντασία με τη φαντασίωση.

Να μη χάσει τη διάθεσή του να μαθαίνει — διαρκώς.

Και, πάνω απ' όλα, να μη χάσει την ικανότητα να καταλαβαίνει.

Τον κόσμο.

Την πληροφορία.

Τον άλλον.

Και —τι πιο θεμελιώδες!— τον ίδιο του τον εαυτό.



1η δημοσίευση, 11/9/2026: alfavita.gr

 

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 01, 2026

ΡΩΓΜΕΣ



Εφτά μικροδιηγήματα δημοσιεύονται στο νέο τεύχος του Χάρτη — επτά μικρές αφηγήσεις που γεννήθηκαν μέσα από την αναζήτηση μιας φόρμας που, όσο τη δοκιμάζω, τόσο περισσότερο με συναρπάζει.

 

Είναι ένα μέρος, μια μικρή υποομάδα, ενός καινούριου έργου που γράφεται αυτόν τον καιρό. Μικρές ιστορίες, μερικές φορές σχεδόν στιγμές, που επιχειρούν να αφήσουν τη βαθύτερη δυνατή ρωγμή στον μικρότερο δυνατό χώρο.

 

Κι ίσως αυτό να είναι ένα κρίσιμο στοιχείο απ’ τα πολλά που συγκροτούν τη γοητεία του μικροδιηγήματος: να λες λίγα και να συνεχίζει ο αναγνώστης να ακούει αναρίθμητα όσα.

 

Ευχαριστώ θερμά τον Χάρτη για τη φιλοξενία.

 

Καλό Σεπτέμβριο — μ’ ολοκαίνουργιες ρωγμές στο φως.


Μικρό δείγμα γραφής: