Το Bugonia μοιάζει με μια κραυγή που αντηχεί μέσα σ’ ένα αμερικανικό τοπίο το οποίο, κατά παράδοξο τρόπο, έχει χάσει τη φωνή του. Η χώρα που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι απλώς μια κοινωνία σε κρίση• είναι ένα σύμπαν όπου τα χρώματα μοιάζουν να έχουν απορροφήσει τη συνθήκη της αυτουπονόμευσής του. Οι άνθρωποι, κουρασμένοι και αποπροσανατολισμένοι, αναζητούν αγωνιωδώς μια εξήγηση για τον κόσμο που καταρρέει γύρω τους — και παρηγοριά εκεί όπου είναι πιο εύκολο να τη βρουν: σε συνωμοσίες, σε νοσηρά επινοημένους μύθους, σε ιστορίες που υπόσχονται τάξη σε ένα χάος που δεν ελέγχεται.
Ο Γιώργος Λάνθιμος, με την οικεία ανατρεπτική του ματιά, με τη σύμπραξη του Γουίλ Τρέισι στην προσαρμογή του αρχικού σεναρίου του Τζανγκ Τζουν-χουάν (Save the Green Planet!, 2003), δεν περιορίζεται στο να αφηγηθεί μια ιστορία. Αποδομεί, σχεδόν τελετουργικά, το περιτύλιγμα της δυτικής «κανονικότητας». Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να δείξει έναν κόσμο ακραίο, αλλά έναν κόσμο αναγνωρίσιμο — έναν κόσμο που, αν παρατηρηθεί προσεκτικά, έχει αρχίσει να μοιάζει επικίνδυνα παραμορφωμένος, για να μην πούμε παθογενής. Εντυπωσιάζει ο τρόπος που χρησιμοποιεί το χρώμα, την αρχιτεκτονική του χώρου και τη σιωπή: η καθημερινότητα φαίνεται ζωντανή, σχεδόν υπερκορεσμένη, κι όμως η απειλή υποβόσκει σαν φάσμα που καραδοκεί σε κάθε επιφάνεια. Αυτή η αισθητική αντίφαση υπηρετεί τον πυρήνα της αφήγησης• τίποτε δεν είναι τόσο αθώο όσο μοιάζει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Bugonia γίνεται μια μελέτη της ανθρώπινης απελπισίας. Φωτίζει —με τρόπο αμείλικτο— την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, να κατασκευάζει ιστορίες που θα τον προστατεύσουν από το αβέβαιο. Είναι σχεδόν ειρωνικό: οι μύθοι που γεννιούνται από την ανάγκη για ασφάλεια, σύντομα μετατρέπονται σε μηχανισμούς βίας, σε νέες απειλές, σε εστίες τερατογενέσεων. Κι όμως, επιμένουμε να τους πιστεύουμε, ίσως επειδή η αλήθεια που αποφεύγουμε να αντικρίσουμε είναι ακόμη πιο τρομακτική — πιο σύνθετη, πιο απαιτητική στην κατανόησή της.

Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί σχολιαστές βλέπουν στην ταινία ένα οικολογικό προμήνυμα. Η απειλή δεν είναι μόνο κοινωνική ή ψυχολογική, αλλά και βαθιά υπαρξιακή. Ο κόσμος του Bugonia μοιάζει να στέκεται στο μεταίχμιο ενός ύπνου που γίνεται ολοένα και πιο βαθύς. Έτσι, η ταινία λειτουργεί ταυτόχρονα ως σκοτεινή σάτιρα και ως κραυγή αφύπνισης. Σχολιάζει μια κοινωνία που προτιμά να κλείνει τα μάτια στην καταστροφή, κι ένα σύστημα που παρουσιάζει τον εαυτό του ως εγγυητή ευημερίας ενώ θεμελιώνεται στην αδικία και την εξάντληση των πάντων — ανθρώπων και φυσικών πόρων.
Στο τέλος, το Bugonia δεν είναι απλώς ένα ακόμη κινηματογραφικό έργο — τουλάχιστον όχι με την τρέχουσα έννοια της βιομηχανίας του θεάματος. Είναι μια προειδοποίηση με πολλαπλές αναγνώσεις. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε τον καθρέφτη που κρατάει απέναντί μας. Εκεί διακρίνουμε ένα πλάσμα που στέκεται ακόμη όρθιο, αλλά —σύμφωνα με τα συμφραζόμενα του έργου— όχι για πολύ• ένα πλάσμα που, αν δεν πάρει πιο γενναίες και πιο δίκαιες αποφάσεις για την ατομική και συλλογική του μοίρα, είναι καταδικασμένο να εξαφανιστεί.
Και ποιος, αλήθεια, μπορεί να αμφισβητήσει ποιο είναι αυτό το πλάσμα;
1η δημοσίευση: εφ. ΡΟΔΙΑΚΗ