Κυριακή, Απριλίου 05, 2026

Ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία: ο Καποδίστριας πέρα από τα στερεότυπα



«Το Εικοσιένα. Έχουμε ως τώρα την ιστορία του; 

Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι.»
Κωστής Παλαμάς

 

Ήδη από τα χρόνια του Παλαμά, φαίνεται πως μας ενδιέφερε περισσότερο η μυθολογία του 1821 παρά η ουσιαστική εξιστόρησή του. Η τάση αυτή δεν έχει εκλείψει· αντίθετα, επιβιώνει μέχρι σήμερα, παρά τον πλούτο και την ποιότητα των ιστορικών έργων που έχουν στο μεταξύ παραχθεί. Συχνά προτιμούμε τις απλουστεύσεις και τα διπολικά σχήματα από τη σύνθετη και, ενίοτε, άβολη ιστορική αλήθεια.

Ίσως αυτό να αποτελεί και το βασικό πρόβλημα της πρόσφατης κινηματογραφικής προσέγγισης του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια: την αναπαραγωγή ενός μανιχαϊστικού σχήματος, όπου ο «καλός» Καποδίστριας αντιπαρατίθεται σε «κακούς» αντιπάλους. Ένα τέτοιο σχήμα μπορεί να είναι δραματουργικά εύπεπτο, αλλά ιστορικά φτωχό και αποπροσανατολιστικό.

Προσωπικά, επέλεξα συνειδητά να μην παρακολουθήσω τη συγκεκριμένη ταινία, τόσο λόγω αυτών των ενστάσεων όσο και εξαιτίας της απογοητευτικής εμπειρίας από την προηγούμενη δουλειά του σκηνοθέτη για τον Νίκο Καζαντζάκη. Αντίθετα, στράφηκα στη μελέτη και βρήκα πραγματική απόλαυση στην εκτενή μονογραφία του Χρήστου Λούκου, Ιωάννης Καποδίστριας: μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας (εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2η ανατύπωση, 2025, σελ. 544). Πρόκειται για ένα έργο υψηλής γλωσσικής αισθητικής και αυστηρής τεκμηρίωσης, που φωτίζει τον Καποδίστρια όχι ως σύμβολο, αλλά ως ιστορική προσωπικότητα μέσα στις αντιφάσεις της εποχής του.

Με αφορμή την εθνική μας επέτειο, εκτιμώ ότι αξίζει να στραφούμε σε τέτοια έργα. Η ιστορική γνώση δεν προσφέρει απλώς πληροφορίες· καλλιεργεί αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ιστορικό εγγραμματισμό: την ικανότητα να διαβάζουμε κριτικά το παρελθόν, να αναγνωρίζουμε τις αποχρώσεις και να αποφεύγουμε τις εύκολες ταυτίσεις. Ένας τέτοιος εγγραμματισμός μπορεί να μετασχηματίσει και τον δημόσιο βίο μας, καθιστώντας τον λιγότερο οπαδικό και πιο ουσιαστικά κριτικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η οξυδέρκεια στην κατανόηση των μεταβολών του παρόντος δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά συλλογικό κεκτημένο.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η συμβολή της νεότερης γενιάς ιστορικών είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μεθοδικά και επίμονα, επιχειρούν να φέρουν στο φως παραμελημένες ή «σιδερωμένες» πτυχές της ελληνικής ιστορίας, διευρύνοντας το πεδίο της κατανόησής μας πέρα από τα καθιερωμένα σχήματα. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και ένα ακόμη έργο του Λούκου, Μια σύντομη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (εκδ. Θεμέλιο, 2022), όπου, μεταξύ άλλων, αναδεικνύονται πλευρές όπως η ιστορία των ηθών της ελληνικής κοινωνίας της εποχής — στοιχεία που σπανίως βρίσκουν θέση στις παραδοσιακές αφηγήσεις.


Δεν είναι άσχετο ότι ένας τέτοιος προβληματισμός αποκτά ιδιαίτερο βάρος και για έναν τόπο όπως η Ρόδος. Ένα νησί με μακρά και πολυστρωματική ιστορία, όπου διαφορετικές εποχές και πολιτισμικές επιρροές συνυπάρχουν ακόμη στο τοπίο και τη μνήμη, δεν προσφέρεται για απλουστεύσεις. Αντίθετα, απαιτεί ακριβώς αυτό το βλέμμα της ιστορικής εγρήγορσης και της κριτικής κατανόησης. Η σχέση των τοπικών κοινωνιών με το παρελθόν τους μπορεί να αποτελέσει πεδίο ουσιαστικής παιδείας, πέρα από εορταστικές ρητορείες και σχηματικές αφηγήσεις.

Διότι η εθνική αυτογνωσία δεν συγγενεύει με τους μύθους που μας κολακεύουν, αλλά με την επίπονη κατανόηση μιας πραγματικότητας πιο σύνθετης, πιο αντιφατικής — και γι’ αυτό, βαθύτερα αληθινής.