Την Παρασκευή 20/2 είδα, μετά από πολλά χρόνια, το «Το Όνομα του Ρόδου» του Ζαν-Ζακ Ανό (1986) και βρέθηκα στη θέση να το επανεκτιμήσω. Η επανεκτίμηση αυτή οφείλεται, νομίζω, σε δύο λόγους που δεν σχετίζονται μόνο με την ίδια την ταινία, αλλά και με τον τρόπο της πρόσληψής της.
Ο πρώτος αφορά την «υλικότητα» της εμπειρίας: η προβολή σε μεγάλη οθόνη, στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης μας, χάρη στον Όμιλος Cine-Εκπαίδευση και τη Λέσχη Ανάγνωσης «Νίκος Κάσδαγλης», αποκαθιστά κάτι από τη συλλογική διάσταση της θέασης.
Σε μια εποχή κατανάλωσης εικόνων από μικρές, ιδιωτικές οθόνες, η κινηματογραφική αίθουσα επαναφέρει την εμπειρία ως κοινό γεγονός, ως σχεδόν τελετουργική συνθήκη μέσα στην οποία η εικόνα αποκτά διαφορετικό βάρος, διάρκεια και ρυθμό.
Η συμβολή του Ομίλου στην κινηματογραφική παιδεία των παιδιών, των νέων και γενικότερα των πολιτών της Ρόδου είναι, από αυτή την άποψη, σημαντική: δεν περιορίζεται στην προβολή ταινιών ή στη διοργάνωση αφιερωμάτων, αλλά καλλιεργεί έναν τρόπο θέασης, μια στάση κριτικής εγρήγορσης απέναντι στην εικόνα — δηλαδή αυτό που θα ονομάζαμε ουσιαστική πολιτισμική εκπαίδευση.
Ο δεύτερος λόγος είναι η χρονική απόσταση από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο (έκδοση 1980, πρώτη δική μου ανάγνωση το 1996)· μια απόσταση που επιτρέπει να ιδωθεί το κινηματογραφικό έργο όχι ως απλή «μεταφορά», αλλά ως αυτόνομη ανάγνωση, ως ερμηνευτική πράξη.
Άλλωστε, το ίδιο το μυθιστόρημα είναι δομημένο, μεταξύ άλλων, πάνω στη σημειωτική και τη διακειμενικότητα: πρόκειται για ένα έργο που συνομιλεί διαρκώς με άλλα κείμενα — με τη μεσαιωνική θεολογία, τη φιλοσοφία, την ιστοριογραφία, τη λογοτεχνία των χειρογράφων και την παράδοση των σχολίων.
Ο συγγραφέας δεν κρύβει αυτή τη μέθοδο· αντίθετα, την αναδεικνύει ως τρόπο σύνθεσης, όπως εξηγεί ρητά στο «Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1985 (σε εξαιρετική μετάφραση της Έφη Καλλιφατίδη – που μας έχει μεταφέρει συνολικότερα τον Έκο στα ελληνικά που του αρμόζουν). Εκεί υπογραμμίζει ότι κάθε αφήγηση είναι ένα πλέγμα από ήδη ειπωμένα πράγματα, μια δημιουργική ανασύνθεση μνήμης και γνώσης.
Στο βιβλίο και στην ταινία οφείλω, πάντως, ορισμένους από τους στίχους που γράφτηκαν το 2001, όταν επιχείρησα να αναπλάσω δημιουργικά το «Set the Controls for the Heart of the Sun» των Pink Floyd. Η νέα εκδοχή, με τίτλο «Για το καρδιοχτύπι του ήλιου», συνομιλεί υπόγεια με εκείνη τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα γνώσης, εξουσίας και φόβου που διατρέχει τόσο το μυθιστόρημα όσο και την κινηματογραφική του εκδοχή:
«Σταυρούς φορούνε
του Ηρώδη οι εγγονοί.
Σημαίες της αγάπης
η φωτιά, το σπαθί.
Στις Μονές καίνε τη γνώση,
στη νέα Γη τους λαούς.
Το αυγό του Κολόμβου
ψόφιο για τους πιστούς.»
Σε άλλους στίχους ανιχνεύονται διαφορετικές συνομιλίες, άλλες διασταυρώσεις κειμένων και εμπειριών. Γιατί κάθε γραφή — ακόμη κι όταν μοιάζει αυτάρκης — αποτελεί σε μεγάλο της μέρος το απόσταγμα πολλαπλών αναγνώσεων. Αυτό ακριβώς καθιστά τη διακειμενικότητα όχι φιλολογικό τέχνασμα, αλλά κομβική λειτουργία της δημιουργίας: η τέχνη προχωρά επειδή θυμάται.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που αξίζει να τονιστεί. Τα λόγια όσων γράφουμε έρχονται από πολύ πίσω και απευθύνονται στο πολύ μπροστά. Η παράδοση δεν είναι αποθήκη ή «σκληρός δίσκος», αλλά δυναμική διαδικασία μετασχηματισμού· ένα συνεχές ξαναδιάβασμα του κόσμου. Η ανάγνωση και η γραφή παραμένουν ζωντανές μόνο όταν λειτουργούν ως πράξεις ερμηνείας και όχι ως μηχανική αναπαραγωγή.
Αρκεί, επομένως, να διατηρείται αυτή η ζωντάνια — η εγρήγορση του βλέμματος και της σκέψης. Όχι σκέτοι αλγόριθμοι, όχι φανατισμός κάθε λογής, όχι μυωπική πρόσληψη, αλλά η διαρκής δοκιμασία του νοήματος μέσα στον χρόνο. Σε αυτή τη δοκιμασία η παιδεία της εικόνας και η παιδεία της ανάγνωσης συναντώνται και τέτοιες πρωτοβουλίες στο νησί μας δείχνουν ότι ο πολιτισμός παραμένει, ευτυχώς, ένας ζωντανός διάλογος.
1η δημοσίευση: εφημερίδα ΡΟΔΙΑΚΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου