Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2026

Όταν η πίστη υποκαθιστά τη γνώση: ένα ζήτημα πολιτικής ευθύνης

Οι τυφλοί οδηγούν τυφλούς (The Blind Leading the Blind),
Πίτερ Μπρίγκελ ο Πρεσβύτερος, 1568

 

Είναι θλιβερό για έναν άνθρωπο να αρνείται την επιστημονική γνώση και να προσαρμόζει την πραγματικότητα στις ιδεολογικές του βεβαιότητες και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Η σύγχυση ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε και σε αυτό που γνωρίζουμε δεν είναι καινούργιο φαινόμενο· παραμένει, ωστόσο, βαθιά προβληματικό.

Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις που γεννήθηκαν με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Νατσιού, προέδρου της ΝΙΚΗΣ —ενός κόμματος με κοινοβουλευτική παρουσία— στην εκπομπή Press Talk της ΕΡΤ.

Όταν, όμως, ο φορέας αυτών των απόψεων έχει διατελέσει επί δεκαετίες δάσκαλος, πολιτικός και εδώ και χρόνια είναι πρόεδρος κόμματος, το ζήτημα παύει να είναι προσωπικό. Δεν αφορά πλέον μια ατομική κοσμοθεωρία ή μια ιδιωτική πίστη. Μετατρέπεται σε δημόσια στάση με θεσμικό βάρος, πολιτικές συνέπειες και ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν μιλάμε απλώς για κάτι θλιβερό. Μιλάμε για κάτι θεσμικά και κοινωνικά επικίνδυνο.

Η πρόσφατη ιστορία μάς έχει ήδη δείξει τι σημαίνει η απαξίωση της επιστημονικής γνώσης στον δημόσιο λόγο. Την περίοδο της πανδημίας, χωρίς περιθώρια αυταπατών, φάνηκε καθαρά ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό έλλειμμα επιστημονικού εγγραμματισμού. Δεν ήταν διόλου τυχαίο ότι η χώρα κατέλαβε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως στη διάδοση και αφομοίωση θεωριών συνωμοσίας, σύμφωνα με το YouGov–Cambridge Globalism Project (2020). Όταν η επιστήμη αντιμετωπίζεται ως «άποψη» και όχι ως μέθοδος κατανόησης της πραγματικότητας, το κενό γεμίζει αναπόφευκτα από φόβο, δογματισμό και παραπληροφόρηση.

Σαν να περιττεύουν ακόμη και τα στοιχειώδη γύρω από τη γνώση μας για τον κόσμο. Σαν να μπορούμε, κατά βούληση, να απορρίπτουμε τα πλέον διασταυρωμένα και ελεγμένα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας επειδή συγκρούονται με προσωπικές βεβαιότητες. Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε αθώο, ούτε χωρίς συνέπειες — ιδίως όταν εκφέρεται από πρόσωπα με θεσμικό ρόλο, εκπαιδευτικό παρελθόν και πολιτική επιρροή.

Τέτοιες δημόσιες τοποθετήσεις, επομένως, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιπόλαια ή ως γραφικές εξαιρέσεις. Οφείλουν να κρίνονται με βάση το μέγεθος του κινδύνου που κομίζουν για τον δημόσιο λόγο, την εκπαίδευση και, τελικά, τη δημοκρατία.

Γιατί η πολιτική που αποσκοπεί στην ευημερία —για να μην πούμε την ευδαιμονία— των πολιτών της δεν μπορεί να στηρίζεται σε δόγματα, αλλά σε γνώση. Και μια δημοκρατία που περιφρονεί την επιστήμη δεν απλώς οπισθοδρομεί· υπονομεύει συνειδητά το ίδιο της το μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: