Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2026

Η τέχνη ως διάλογος πέρα από τον χρόνο


«Τα βιβλία μιλούν πάντοτε για άλλα βιβλία και κάθε ιστορία αφηγείται μια ήδη ειπωμένη ιστορία.»
— Ουμπέρτο Έκο, από το Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου, ελλην. έκδ. 1985, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη

 

Την Παρασκευή 20/2 είδα, μετά από πολλά χρόνια, το «Το Όνομα του Ρόδου» του Ζαν-Ζακ Ανό (1986) και βρέθηκα στη θέση να το επανεκτιμήσω. Η επανεκτίμηση αυτή οφείλεται, νομίζω, σε δύο λόγους που δεν σχετίζονται μόνο με την ίδια την ταινία, αλλά και με τον τρόπο της πρόσληψής της.


Ο πρώτος αφορά την «υλικότητα» της εμπειρίας: η προβολή σε μεγάλη οθόνη, στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης μας, χάρη στον Όμιλος Cine-Εκπαίδευση και τη Λέσχη Ανάγνωσης «Νίκος Κάσδαγλης», αποκαθιστά κάτι από τη συλλογική διάσταση της θέασης.


Σε μια εποχή κατανάλωσης εικόνων από μικρές, ιδιωτικές οθόνες, η κινηματογραφική αίθουσα επαναφέρει την εμπειρία ως κοινό γεγονός, ως σχεδόν τελετουργική συνθήκη μέσα στην οποία η εικόνα αποκτά διαφορετικό βάρος, διάρκεια και ρυθμό.


Η συμβολή του Ομίλου στην κινηματογραφική παιδεία των παιδιών, των νέων και γενικότερα των πολιτών της Ρόδου είναι, από αυτή την άποψη, σημαντική: δεν περιορίζεται στην προβολή ταινιών ή στη διοργάνωση αφιερωμάτων, αλλά καλλιεργεί έναν τρόπο θέασης, μια στάση κριτικής εγρήγορσης απέναντι στην εικόνα — δηλαδή αυτό που θα ονομάζαμε ουσιαστική πολιτισμική εκπαίδευση.


Ο δεύτερος λόγος είναι η χρονική απόσταση από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο (έκδοση 1980, πρώτη δική μου ανάγνωση το 1996)· μια απόσταση που επιτρέπει να ιδωθεί το κινηματογραφικό έργο όχι ως απλή «μεταφορά», αλλά ως αυτόνομη ανάγνωση, ως ερμηνευτική πράξη.



Άλλωστε, το ίδιο το μυθιστόρημα είναι δομημένο, μεταξύ άλλων, πάνω στη σημειωτική και τη διακειμενικότητα: πρόκειται για ένα έργο που συνομιλεί διαρκώς με άλλα κείμενα — με τη μεσαιωνική θεολογία, τη φιλοσοφία, την ιστοριογραφία, τη λογοτεχνία των χειρογράφων και την παράδοση των σχολίων.


Ο συγγραφέας δεν κρύβει αυτή τη μέθοδο· αντίθετα, την αναδεικνύει ως τρόπο σύνθεσης, όπως εξηγεί ρητά στο «Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1985 (σε εξαιρετική μετάφραση της Έφη Καλλιφατίδη – που μας έχει μεταφέρει συνολικότερα τον Έκο στα ελληνικά που του αρμόζουν). Εκεί υπογραμμίζει ότι κάθε αφήγηση είναι ένα πλέγμα από ήδη ειπωμένα πράγματα, μια δημιουργική ανασύνθεση μνήμης και γνώσης.


Στο βιβλίο και στην ταινία οφείλω, πάντως, ορισμένους από τους στίχους που γράφτηκαν το 2001, όταν επιχείρησα να αναπλάσω δημιουργικά το «Set the Controls for the Heart of the Sun» των Pink Floyd. Η νέα εκδοχή, με τίτλο «Για το καρδιοχτύπι του ήλιου», συνομιλεί υπόγεια με εκείνη τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα γνώσης, εξουσίας και φόβου που διατρέχει τόσο το μυθιστόρημα όσο και την κινηματογραφική του εκδοχή:

«Σταυρούς φορούνε
του Ηρώδη οι εγγονοί.
Σημαίες της αγάπης
η φωτιά, το σπαθί.


Στις Μονές καίνε τη γνώση,
στη νέα Γη τους λαούς.
Το αυγό του Κολόμβου
ψόφιο για τους πιστούς.»

 

Σε άλλους στίχους ανιχνεύονται διαφορετικές συνομιλίες, άλλες διασταυρώσεις κειμένων και εμπειριών. Γιατί κάθε γραφή — ακόμη κι όταν μοιάζει αυτάρκης — αποτελεί σε μεγάλο της μέρος το απόσταγμα πολλαπλών αναγνώσεων. Αυτό ακριβώς καθιστά τη διακειμενικότητα όχι φιλολογικό τέχνασμα, αλλά κομβική λειτουργία της δημιουργίας: η τέχνη προχωρά επειδή θυμάται.


Και εδώ βρίσκεται το σημείο που αξίζει να τονιστεί. Τα λόγια όσων γράφουμε έρχονται από πολύ πίσω και απευθύνονται στο πολύ μπροστά. Η παράδοση δεν είναι αποθήκη ή «σκληρός δίσκος», αλλά δυναμική διαδικασία μετασχηματισμού· ένα συνεχές ξαναδιάβασμα του κόσμου. Η ανάγνωση και η γραφή παραμένουν ζωντανές μόνο όταν λειτουργούν ως πράξεις ερμηνείας και όχι ως μηχανική αναπαραγωγή.


Αρκεί, επομένως, να διατηρείται αυτή η ζωντάνια — η εγρήγορση του βλέμματος και της σκέψης. Όχι σκέτοι αλγόριθμοι, όχι φανατισμός κάθε λογής, όχι μυωπική πρόσληψη, αλλά η διαρκής δοκιμασία του νοήματος μέσα στον χρόνο. Σε αυτή τη δοκιμασία η παιδεία της εικόνας και η παιδεία της ανάγνωσης συναντώνται και τέτοιες πρωτοβουλίες στο νησί μας δείχνουν ότι ο πολιτισμός παραμένει, ευτυχώς, ένας ζωντανός διάλογος.


1η δημοσίευση: εφημερίδα ΡΟΔΙΑΚΗ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Αποχαιρετισμός στην Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (1926–2026)


Με συγκίνηση αποχαιρετούμε μια μεγάλη μορφή της ελληνικής διανόησης, που δίδαξε πως η Ιστορία δεν είναι μόνο ανοιχτό εκμαγείο της γνώσης, αλλά και στάση ευθύνης και μνήμης - δηλαδή συλλογικής αυτογνωσίας.

Το ποίημα «Πριν το γύρισμα» γράφτηκε πριν από δύο χρόνια, διαβάζοντας την αυτοβιογραφική της κατάθεση («Από μένα αυτά...», Πατάκης, 2023) και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Χάρτης (τεύχος 77): https://www.hartismag.gr/.../poiisi-kai.../dyo-poiimata



Σήμερα το ξαναμοιράζομαι ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής.


Καλό της ταξίδι.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2026

Όταν η πίστη υποκαθιστά τη γνώση: ένα ζήτημα πολιτικής ευθύνης

Οι τυφλοί οδηγούν τυφλούς (The Blind Leading the Blind),
Πίτερ Μπρίγκελ ο Πρεσβύτερος, 1568

 

Είναι θλιβερό για έναν άνθρωπο να αρνείται την επιστημονική γνώση και να προσαρμόζει την πραγματικότητα στις ιδεολογικές του βεβαιότητες και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Η σύγχυση ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε και σε αυτό που γνωρίζουμε δεν είναι καινούργιο φαινόμενο· παραμένει, ωστόσο, βαθιά προβληματικό.

Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις που γεννήθηκαν με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Νατσιού, προέδρου της ΝΙΚΗΣ —ενός κόμματος με κοινοβουλευτική παρουσία— στην εκπομπή Press Talk της ΕΡΤ.

Όταν, όμως, ο φορέας αυτών των απόψεων έχει διατελέσει επί δεκαετίες δάσκαλος, πολιτικός και εδώ και χρόνια είναι πρόεδρος κόμματος, το ζήτημα παύει να είναι προσωπικό. Δεν αφορά πλέον μια ατομική κοσμοθεωρία ή μια ιδιωτική πίστη. Μετατρέπεται σε δημόσια στάση με θεσμικό βάρος, πολιτικές συνέπειες και ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν μιλάμε απλώς για κάτι θλιβερό. Μιλάμε για κάτι θεσμικά και κοινωνικά επικίνδυνο.

Η πρόσφατη ιστορία μάς έχει ήδη δείξει τι σημαίνει η απαξίωση της επιστημονικής γνώσης στον δημόσιο λόγο. Την περίοδο της πανδημίας, χωρίς περιθώρια αυταπατών, φάνηκε καθαρά ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό έλλειμμα επιστημονικού εγγραμματισμού. Δεν ήταν διόλου τυχαίο ότι η χώρα κατέλαβε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως στη διάδοση και αφομοίωση θεωριών συνωμοσίας, σύμφωνα με το YouGov–Cambridge Globalism Project (2020). Όταν η επιστήμη αντιμετωπίζεται ως «άποψη» και όχι ως μέθοδος κατανόησης της πραγματικότητας, το κενό γεμίζει αναπόφευκτα από φόβο, δογματισμό και παραπληροφόρηση.

Σαν να περιττεύουν ακόμη και τα στοιχειώδη γύρω από τη γνώση μας για τον κόσμο. Σαν να μπορούμε, κατά βούληση, να απορρίπτουμε τα πλέον διασταυρωμένα και ελεγμένα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας επειδή συγκρούονται με προσωπικές βεβαιότητες. Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε αθώο, ούτε χωρίς συνέπειες — ιδίως όταν εκφέρεται από πρόσωπα με θεσμικό ρόλο, εκπαιδευτικό παρελθόν και πολιτική επιρροή.

Τέτοιες δημόσιες τοποθετήσεις, επομένως, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιπόλαια ή ως γραφικές εξαιρέσεις. Οφείλουν να κρίνονται με βάση το μέγεθος του κινδύνου που κομίζουν για τον δημόσιο λόγο, την εκπαίδευση και, τελικά, τη δημοκρατία.

Γιατί η πολιτική που αποσκοπεί στην ευημερία —για να μην πούμε την ευδαιμονία— των πολιτών της δεν μπορεί να στηρίζεται σε δόγματα, αλλά σε γνώση. Και μια δημοκρατία που περιφρονεί την επιστήμη δεν απλώς οπισθοδρομεί· υπονομεύει συνειδητά το ίδιο της το μέλλον.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

Από το Νταβός στα θεμέλια του πολιτισμού μας


Πέρα από τις ομιλίες των πολιτικών στο Νταβός —για τις οποίες δικαίως χύθηκε πολύ μελάνι— μία ξεχώρισε τόσο για τη διαύγεια των θέσεών της όσο και για την κρισιμότητα των ερωτημάτων που έθεσε σχετικά με την πορεία της ανθρωπότητας. Ήταν η ομιλία του Γιουβάλ Νώε Χαράρι· κι όμως, δεν έλαβε την αντίστοιχη δημοσιότητα —τουλάχιστον στα καθ’ ημάς.

Οι θέσεις που διατύπωσε αντλούνται σε μεγάλο βαθμό από το πρόσφατο βιβλίο του Nexus (ελληνική έκδοση: μτφρ. Μ. Λαλιώτης, Αλεξάνδρεια, 2024), όπου διερευνάται η επίδραση των μεγάλων τεχνολογικών επιτευγμάτων της πληροφορίας —από τη γραφή και την τυπογραφία έως το διαδίκτυο και, πλέον, την Τεχνητή Νοημοσύνη— στον ανθρώπινο πολιτισμό. Το βασικό του επιχείρημα είναι απλό και ταυτόχρονα ανησυχητικό: κάθε άλμα στην τεχνολογία της πληροφορίας αναδιατάσσει τις σχέσεις εξουσίας, τη δομή των κοινωνιών και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την πραγματικότητα.


Ο Χαράρι επισημαίνει, επιπλέον, πως η ΤΝ δεν μοιάζει με καμία τεχνολογία του παρελθόντος. Και αυτό διότι αποφασίζει. Από αυτήν την άποψη —καθώς και από το γεγονός ότι επινοεί νέες ιδέες και σταδιακά αποκτά δυνατότητες στη χρήση της γλώσσας που υπερβαίνουν τις ανθρώπινες— δεν συνιστά απλώς ένα εργαλείο (tool), αλλά μια οντότητα-πράκτορα (agent).

 

Η απουσία κανόνων σε έναν επιταχυνόμενο κόσμο

Κι όμως, όσο σημαντική κι αν είναι η πολιτική βούληση και οι χειρισμοί του προέδρου των ΗΠΑ στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή —και των υπουργών του— άλλο τόσο, αν όχι περισσότερο, καθοριστική είναι η σχεδόν πλήρης απουσία διεθνών ρυθμίσεων γύρω από την ΤΝ. Μια τεχνολογία που εξελίσσεται με ταχύτητες ασύμβατες με τους ρυθμούς της πολιτικής, της νομοθεσίας και της δημόσιας συζήτησης.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη εργαλείο παραγωγικότητας ή για έναν νέο κύκλο καινοτομίας. Πρόκειται για συστήματα ικανά να παράγουν λόγο, εικόνα και αποφάσεις· να μεσολαβούν ανάμεσα στον άνθρωπο και την πληροφορία, επηρεάζοντας συνειδήσεις, θεσμούς και δημοκρατικές διαδικασίες.

 

Η ελληνική σιωπή

Στην ελληνική δημόσια σφαίρα, το ζήτημα μοιάζει σχεδόν ανύπαρκτο. Σαν να αφορά «τους άλλους», σαν να είναι μια μακρινή συζήτηση ειδικών. Την ίδια στιγμή, διεθνώς, η ΤΝ καλπάζει και μετασχηματίζει ραγδαία τον πολιτισμό μας με τρόπο ανόμοιο από κάθε προηγούμενη αλλαγή που έχουμε βιώσει.

Μετά την κλιματική κρίση και την απειλή των πυρηνικών όπλων —σημειωτέον: για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ρούτγκερ Μπρέγκμαν στο πρόσφατο έργο του Ηθική φιλοδοξία, αυξάνεται ξανά ο αριθμός των ατομικών βομβών— η σχέση μας με την ΤΝ αναδεικνύεται στο μεγαλύτερο οικουμενικό ζήτημα της εποχής μας. Όχι γιατί είναι αναγκαστικά δυστοπική, αλλά γιατί είναι πανίσχυρη και ακόμη ανεξέλεγκτη.


 

Το σπίτι μας έχει αλλάξει

Πολλά εισέρχονται στην καθημερινή μας ατζέντα από τη στενή πόρτα της ειδησεογραφίας. Κι όμως, από τα παράθυρα έχει ήδη εισβάλει μια πολύ ευρύτερη και πιο σύνθετη νέα πραγματικότητα.

Το σπίτι μας έχει αλλάξει.

Και όταν λέμε «σπίτι», εννοούμε το πολιτικό και πολιτιστικό μας οικοσύστημα.
Το έχουμε, άραγε, αντιληφθεί;


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2026

ΚΟΧΥΛΙ ΣΤΟ ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ: 2023-2026


Πριν από 3 χρόνια, με το Κοχύλι διαμορφώσαμε έναν νέο τρόπο εορτασμού της μακρόχρονης πορείας μας: μια παράσταση λόγου και τραγουδιών, που την ονομάσαμε «Κοχύλι στο Πεντάγραμμο».

 

Στην πράξη, πρόκειται για μια πρόταση ψυχαγωγίας που αγκαλιάζει τη λογοτεχνία, το θέατρο και τη μουσική.

 

Σε αυτή την αγκαλιά συναντήθηκε αρκετός κόσμος — απ’ όλες τις μεριές της σκηνής.

 

Σαν σήμερα, στις 5/2/2023, στη Ρωγμή του Χρόνου, παρουσιάσαμε το 1ο «Κοχύλι στο Πεντάγραμμο».

(Από εκεί και το σχετικό βίντεο.)

 

Στις 7 και 8 Μαρτίου ανακοινώνουμε εδώ ότι θα πραγματοποιήσουμε την 4η, κατά σειρά, ομώνυμη παραγωγή μας, στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί μοναδικά ο πρώτος όροφος της Ρωγμής του Χρόνου.

 

Καλή μας αντάμωση!


Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2026

Η δύναμη της ήττας και το ηθικό της αποτύπωμα


Αφιερωμένο στον γιο μου, Οδυσσέα και στους συνομηλίκους του


Ένα από τα βιβλία που απόλαυσα μέσα στο 2025 ήταν «Η δύναμη της ήττας» του Μπάνε Πρέλιεβιτς (εκδ. mvpublications, 2023, σελ. 280). Ένα βιβλίο γραμμένο από έναν άνθρωπο που, ως έφηβος και νέος, θαύμαζα για πολλούς αγωνιστικούς λόγους. Όχι μόνο για το ταλέντο ή τις διακρίσεις του, αλλά για τη στάση του απέναντι στο παιχνίδι και, τελικά, απέναντι στη ζωή.

Δεν πρόκειται απλώς για μια αθλητική αυτοβιογραφία. Είναι το απόσταγμα μιας διαδρομής ζωής. Ένα κείμενο που ξεφεύγει συνειδητά από τα όρια του ορθογώνιου παραλληλόγραμμου που ονομάζουμε τερέν και μεταφέρεται εκεί όπου η νίκη και η ήττα αποκτούν υπαρξιακό βάθος. Ο Πρέλιεβιτς δεν ενδιαφέρεται να εξιδανικεύσει τον εαυτό του· ενδιαφέρεται πρωτίστως να τον κατανοήσει. Και αυτή η επιλογή δεν είναι αυτονόητη. Απαιτεί ειλικρίνεια, θάρρος και μια βαθιά αποδοχή της ανθρώπινης ατέλειας.

Η αθλητική ζωή, όταν βιώνεται με επίγνωση, λειτουργεί ως σχολείο αξιών. Μαθαίνει κανείς την πειθαρχία, την επιμονή, τη συνεργασία, αλλά κυρίως τη σχέση με το όριο. Στον αθλητισμό, το όριο δεν είναι θεωρητικό· είναι σωματικό, ψυχικό, καθημερινό. Η ήττα έρχεται αναπόφευκτα και δεν αφήνει περιθώρια υπεκφυγών. Σε αναγκάζει είτε να ωριμάσεις είτε να σκληρύνεις άσκοπα.

Αυτό το φάσμα εμπειριών το συναντά κανείς και σε άλλα ανάλογα βιβλία μεγάλων αθλητών. Το είχα εντοπίσει και στο περσινό «Τρωτός – Άτρωτος» του Παναγιώτη Γιαννάκη (σε συνεργασία με τον Παντελή Βλαχόπουλο, εκδ. Διόπτρα, 2024, σελ. 472). Κοινός παρονομαστής; Οι άνθρωποι αυτοί, μέσα από τη διαδρομή τους, έμαθαν. Έμαθαν να χάνουν χωρίς να συντρίβονται, να αμφιβάλλουν χωρίς να παραλύουν, να αναλαμβάνουν ευθύνη χωρίς να αυτομαστιγώνονται. Και, τελικά, έμαθαν να κοιτάζουν τον εαυτό τους χωρίς πανοπλία.

Μπορεί άραγε να ειπωθεί το ίδιο για τα απομνημονεύματα, λόγου χάριν, Ελλήνων πολιτικών; Εκεί, συχνά, το ΕΓΩ παραμένει θωρακισμένο, αυτάρεσκο, απρόθυμο να αναγνωρίσει την τρωτή του πλευρά. Οι επιλογές παρουσιάζονται ως μονόδρομοι, τα λάθη σπανίως κατονομάζονται και η ευθύνη διαχέεται σε απρόσωπες συνθήκες.

Μπορεί άραγε να ειπωθεί το ίδιο για τα απομνημονεύματα, λόγου χάριν, Ελλήνων πολιτικών; Εκεί, συχνά, το ΕΓΩ παραμένει θωρακισμένο, αυτάρεσκο, απρόθυμο να αναγνωρίσει την τρωτή του πλευρά. Οι επιλογές παρουσιάζονται ως μονόδρομοι, τα λάθη σπανίως κατονομάζονται και η ευθύνη διαχέεται σε απρόσωπες συνθήκες.

Έτσι διαμορφώνονται δύο διαφορετικοί ανθρωπότυποι: από τη μία, το Εγώ που σηκώθηκε, έπεσε, ξανασηκώθηκε και ξαναέπεσε αμέτρητες φορές, μαθαίνοντας σε κάθε κύκλο· από την άλλη, ένα ΕΓΩ που δεν μαθαίνει, γιατί δεν αμφισβητεί ποτέ εις βάθος τον εαυτό του.

Το ζήτημα δεν είναι φιλολογικό. Είναι βαθιά παιδαγωγικό. Το ηθικό αποτύπωμα που αφήνουμε στη νέα γενιά εξαρτάται από τα πρότυπα που προβάλλουμε. Αν διδάσκουμε ότι η ήττα είναι ντροπή, θα γεννήσουμε φόβο. Αν δείχνουμε ότι η ήττα είναι γνώση, θα καλλιεργήσουμε ανθρώπους με αυτογνωσία, αντοχή και αίσθηση ευθύνης — στοιχεία απαραίτητα για μια ζωή έμπλεη νοήματος.

Και αυτό, τελικά, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που μπορεί να αφήσει ένα βιβλίο — και ένας άνθρωπος.