
Find more artists like Panos Drakopoulos at Myspace Music
Μουσική: Eric Clapton
Ελληνικοί στίχοι – διασκευή: Πάνος Δρακόπουλος

Find more artists like Panos Drakopoulos at Myspace Music
Μουσική: Eric Clapton
Ελληνικοί στίχοι – διασκευή: Πάνος Δρακόπουλος
Έργο του Gerhard Richter“Τρεις χιλιάδες οι πιο πρόσφατοι νεκροί. Ο κύκλος του αίματος βαστάει γερά στη χούφτα του από την ανατολή του και δώθε, μυριάδες. Γυναικόπαιδα, αμούστακοι άντρες, άνανδροι φονιάδες –όλοι τους νεκροί. Αμέτρητο το πλήθος και ο χαμός. Κουφάρια και τα σπίτια, σκελετωμένες οι συνοικίες, ετοιμόρροπες οι επιχειρήσεις και οι αγορές. Τα αγαθά, ιδιωτικά και δημόσια, λάβαρα του θανάτου, άγρια κομποσκοίνια που με το άπλωμα του Τρόμου στραγγαλίζουν κάθε τι το μέχρι εσχάτως ζωντανό. Τα επαγγέλματα ξηλώθηκαν, εξασθένησαν μεμιάς όλοι οι παλαιότεροι και οι νέοι εθισμοί. Ο κόσμος ξεσκέπαστος και γυμνός. Ισχυρό μονάχα το κήρυγμα του άμβωνα, της τηλεόρασης, της εξουσίας! Ειδάλλως, θα πεις, τι διάολο εξουσία θα ’ταν, αν δεν διέθετε τον εαυτό της στην εμπορία της ανθρώπινης απελπισίας; Τι διάολο…
Το τέλος της Ιστορίας, πλάι πλάι στο τέλος των πολιτών –στο τέλος των ανθρώπων. Το τέλος της Ιστορίας –η μανία– θρυψαλιάζει το κέλυφος των θεσμών, τα ενυδρεία των ημιθανών ιχθυανθρώπων, των κοπαδιών, των άλαλων τραγουδιών και βιβλίων, τα θερμοκήπια-παγοκήπια των πολιτισμών. Το τέλος της Ιστορίας –η πώρωση– παραπέμπει κατ’ ουσίαν στην αρχή, στο ξεκίνημά της: Σκοτώστε για την άμεση επιστροφή σας στην Ουλαλούμ, στον Μωυσαϊκό Παράδεισο –τι φρικαλέο θερμοκήπιο αλήθεια!–, στα πιλάφια και στα άγια άσματα γύρω από τους οβελίες τους σιτευτούς, στην Εδέμ των μπιχεβιοριστών, στη ξεχασμένη Πλατωνόπολη, στην –ας την πεις και– γη της Χαναάν, στην Μεγάλη Χάρτα του Καρλομάγνου. Σκοτώστε …σκοτωθείτε και απ’ τη Βασιλεία των Ουρανών δε θα λησμονηθείτε!
Ποιος απορεί; Το τέλος της Ιστορίας –το μίσος– κατασπαράζει τις θεωρίες, τις θρησκείες, τις ιδεολογίες, απ’ άκρη σ’ άκρη με μια σχεδόν καννιβαλιστική χαψιά. Γιατί να επιβιώσουν οι προφάσεις; Εξευτελίζει τις επιστημονικές χάρτες περί του Big Bang, τα δήθεν ανίκητα χρηματιστήρια, ταπεινώνει τις πανάρχαιες κι όψιμες τιτανομαχίες των δουλοπάροικων κάθε παρηκμασμένου οίκου, τους κεκηρυγμένους βιολογικούς κατακλυσμούς, χωνεύει τις αταξικές και τις παραταξιακές κοινωνίες.
Το παμφάγο τέλος της Ιστορίας, γέννησε μοναχό του την ιστορία και πορεύει την ζωή σε μια στράτα –επί προσωπικού, δύσβατη ή γλυκιά, αδιάφορο– για έναν μόνον λόγο, για έναν μονάχα ‘υψηλό’ σκοπό: να πανηγυρίσει τον Θάνατο, να στρώσει μια ώρα αρχύτερα το κατακόκκινο χαλί στην Αυτού μεγαλειότητα του Θανάτου, για να Τον αναγορεύσει αποκλειστικό Αθάνατο -–με το δέλεαρ της αθανασίας του ίδιου του φτωχού θνητού, και του βαρυπενθούντος φτωχοκομείου του.
Να γιατί κανένας “δεν κηρύττει πολέμους”. Δεν τους λέγει “πολέμους”, παρ’ ότι τρεις χιλιάδες οι πιο πρόσφατοι νεκροί και οι πιο παλιοί, οι αναγνωρισμένοι βετεράνοι των νεκροταφείων, κοιμισμένοι, σαπισμένοι από τις αρρώστιες, τις βόμβες και τις εκεχερείες, δίχως οριστικό λογαριασμό, δίχως τελειωμό...
..ή όχι…
...Συγχωρέστε μου το λάθος. Μ’ ένα μοναδικό, πλην σοφό ‘τέλος’. Μιαν ‘αρχή’ δηλαδή:
Homo homini lupus."
Ζωή,
δεν είμαστε μονάχα
δυο σταγόνες πάνω στη γη
για μια στιγμή.
Είναι Δεκέμβριος του 2000. Παραμονές της εντόπιας φρενίτιδας περί μιλένιουμ και ευρώ. Μόλις έχουμε «επαναπατριστεί» με την Κ. στην Αθήνα: τα φοιτητικά μας χρόνια έγκλειστα πια στον απόηχο πολλών ενασχολήσεων.
Μέσα σε αυτές και τα μουσικά – θυμάμαι η τελευταία μας συναυλία ως Ετεροθαλείς ήταν το βραδάκι της Αγίας Άννας στον εσωτερικό χώρο του Παν/μιου Αιγαίου. Ωραία βραδιά – και πικρή, καθότι η τελευταία.
Έχω πιάσει ήδη από τον Αύγουστο ένα διαμερισματάκι στην Ιωνίας με …δωρεάν ηχητική πρόσβαση στον Ηλεκτρικό – στο ωράριο των 5.15 με 12.35. Χειμώνα καλοκαίρι, Χριστούγεννα ή Πάσχα, το ονομάζαμε, φίλοι και γνωστοί, «φάτνη». Λόγω διαστάσεων και ειδικής …θέρμης.
Στην πλούσια μοναξιά που μου χάρισε εκείνη την εποχή η φάτνη έπεσα με τα μούτρα στο γράψιμο. Τα μεταπτυχιακά όσο και τα δημιουργικά-επαγγελματικά-σχολικά δεν είχαν μπει ακόμη στη ζωή μου.
Μεταμορφώνοντας τη νύχτα σε μέρα και τη μέρα σε νύχτα αναπολώ σήμερα αυτή την απίστευτη ευρυχωρία του χρόνου. Και πιο συγκεκριμένα τη διαστολή του στα όρια της δημιουργίας. Τότε απευθείας στο χειρόγραφο. Μποεμία!
Ένα βράδυ θέλοντας να ανασάνω από ποιήματα και φιλοσοφικές εργασίες –τρύπιες πια σήμερα σχεδόν στο σύνολό τους– μού ήρθε στο νου ένα ατμοσφαιρικό κομμάτι του Eric Clapton με το οποίο συνήθιζα να κλείνω την εκπομπή του Πύργου της Βαβέλ κατά την πρώτη του περίοδο στον Ραδιοφωνικό σταθμό που είχαμε ιδρύσει στο Πανεπιστήμιο. Είχε τίτλο “Water on the ground”.
Από στιχουργική άποψη στηριζόταν στο εύρημα της αναλογίας του κύκλου του νερού με εκείνον της ζωής.
Άραγε θα ήταν εξίσου όμορφη αν ακουγόταν στα ελληνικά τούτη αιθέρια εξομολόγηση στους ζωτικούς χυμούς που μας περιβάλλουν;
Αυτό το ερώτημα με βασάνισε. Δεν είμαι φίλος της άποψης που θέλει υποχρεωτικά πως κάθε τι, είτε τραγούδι είτε ποίημα, μπορεί να μεταφραστεί – με ένα συγκινησιακό αποτέλεσμα κοντά στο πρωτότυπο.
Πίσω από το πρόβλημα ήταν που αχνόφεγγε η λύση.
Δεν χρειάζεται σε αυτές τις περιπτώσεις πιστή μετάφραση πρώτον – πιο σωστά δεν χρειαζόταν μετάφραση. Κι έπειτα, το τραγούδι ως προς τη μουσική του γραφή δεν σε δεσμεύει περισσότερο από ότι ένα οποιοδήποτε κομμάτι εκείνο τον κιθαριστή ή πιανίστα –τα πιο συνήθη παραδείγματα– που πρόκειται να τα αποδώσει με τον τρόπο του ενώπιον του κοινού.
Δεν χρησιμοποιώ καν υπαινικτικούς όρους. Το κατονομάζω καθαρά. Λειτούργησα ως άπιστος στο γράμμα, πλην αρκούντως πιστός στο σώμα του τραγουδιού.
Γι’ αυτό κι έγραψα απαρχής τους στίχους θρεφόμενος κυρίως από τη βασική ποιητική του ιδέα. Το αποτέλεσμα – ιδού:
Το φως κλειδωμένο,
σκοτάδι βαθύ
πάνω στο κήπο
του κορμιού μας ανθεί.
Λίγες οι λέξεις,
μα είν’ η αλήθεια ακριβή,
παλμός μου ο δικός σου
σ’ ένα ακόμη φιλί.
Ζωή,
ακούς την καντάδα του ανέμου,
που γυμνούς μας προσκαλεί;
Ζωή,
απορείς, που η μοίρα μάς θέλει
δύο σταγόνες πάνω στη γη
για μια στιγμή.
Ανοίγεις την πόρτα
και τα κεριά του ουρανού
σου δείχνουν το δάκρυ
και τη μιλιά ενός παιδιού.
Σου παγώνει το αίμα,
«Μητέρα», σαν σε καλεί.
Ποταμάκι είν’ ο χρόνος
και εμείς μιαν του πηγή.
Χαραυγή,
κι αν πεις έτσι το θαύμα,
ο έρως θ’ ακουστεί.
Ζωή,
δεν είμαστε μονάχα
δυο σταγόνες πάνω στη γη
για μια στιγμή.
Ζωή,
ακούς στη φλογέρα της νύχτας
την πιο σπάνια ανταμοιβή;
(14-12-2000)
Χρειάστηκαν 11 χρόνια για να το ενορχηστρώσω και να το ηχογραφήσω. Όχι, σκέφτομαι, από ανετοιμότητα, αλλά μάλλον προστατεύοντας κατά κάποιον τρόπο την αξία της ιστορίας του (είναι ζήτημα να το έχω παρουσιάσει στο μεταξύ σε φίλους μία ή έστω δύο φορές). Όπως όταν σκεπάζουμε μέσα μας για καιρό μια θύμηση από ένα συναρπαστικό μας ταξίδι.
Στην προκειμένη περίπτωση από ένα ταξίδι – στην μούσα του Eric Clapton.
Είναι η στιγμή των αποκαλύψεων. Για τα πεπραγμένα αυτού του καλοκαιριού. Μην ήταν ηχογραφήσεις, μετακομίσεις, επανεγγραφές λογής κειμένων, νέες συνθέσεις μουσικές και ποιητικές; Αναγνώσματα καινούργια, κηπουρικές ενασχολήσεις, παιχνίδια στην άμμο ή στους καμβάδες των παιδιών;
Όχι.
Όλα αυτά ήταν και δεν ήταν αληθή.
Άλλο ή τ α ν τ ο γεγονός. Αυτό που ξεχώρισε από την πλεύση του φετινού θέρους.
Η ολοκαίνουργια ταινία μας - της οποίας την Αφίσα σάς παραθέτουμε παραπάνω:
“PANOS AND THE SEA-MINIMΟΥS”
Into your Dream-Theatres - next summer!
Find more artists like Panos Drakopoulos at Myspace Music
“Το τραγούδι της Αμαδρυάδας”
Στίχοι: Δ. Ραβάνης-Ρεντής
Μουσική: Πάνος Δρακόπουλος
Ερμηνεία: Τούλα Κυριαζή
(Μουσική για το παραμύθι του Δ. Ραβάνη-Ρεντή
"Ζωή για ζωή", Μάιος 2011)


Τι ωραίο να σε μεταμορφώνουν σε βεγγαλικό τα λόγια του παιδιού σου! Και δεν μιλώ για τις επίσης πτητικές εξομολογήσεις του τύπου «μπαμπά σ’ αγαπώ». Αλλά για κάτι που αφορά το ιδιαίτερο βλέμμα του – το ποιητικό του ένστικτο. Και ιδού το παράδειγμα εν συντομία.
Είμαστε στον μικροβιολόγο. Κάθομαι στην αιμοδότρα θέση και η μικρή Θ. κοιτάζει. Μια τον μπαμπά που χαμογελάει μπροστά στην προοπτική της εξέτασης, μια ένα εικαστικό αντίγραφο στον τοίχο του γραφείου: την πολύ γνωστή ζωγραφιά του Ακριθάκη εν ονόματι «Το δέντρο».

Τη σχολιάζουμε – όχι πολύ αναλυτικά ομολογώ. Μας διέκοψε η διψασμένη βελόνα και ο επίσης χαμογελαστός γιατρός που είχε μπει στο μεταξύ «στο κόλπο». «Θα πάρω γιατρέ κι εγώ ένα τραυμοπλάστ με τη Σταχτοπούτα;» είπα μόλις μου έλυσε το μπράτσο. «Η Θ. προχθές, μόλις έκανε το εμβόλιό της, απέσπασε δωράκι από τη γιατρό της» συμπλήρωσα. «Εμείς δυστυχώς έχουμε μόνο το απλό» απάντησε ο γιατρός κοιτώντας τη Θ. που είχε ρίξει τα μάτια της βεντούζα στο γεγονός. «Κοίτα Θ. το απλό έχει το ίδιο χρώμα περίπου με αυτό της επιδερμίδας μας» σχολίασα επιστρέφοντας τη κουβέντα στα χρώματα – όχι πια του Ακριθάκη, αλλά αυτά που κρέμονται από το πινέλο του καθημερινού φωτός.
Δύο ημέρες αργότερα –σήμερα– ο καύσωνας του Ιουλίου μας έχει δεσμώτες στο παλιό σπίτι της μετακόμισης. Έχουμε ανοίξει τις μπαλκονόπορτες όπου φυσούν οι πιο θερμοί άνεμοι της Ρόδου και του Σολ Λα Σι καθώς από μεριάς μου διαλέγω αγαπημένα τραγούδια στο youtube. Τόσο η Κ. όσο και τα μουσικά μας όργανα βρίσκονται στο νέο μας σπίτι. Πρόκειται συνεπώς για μια κάποια λύση αν ο λοιπός εξοπλισμός σας είναι απών – και αποδοτική: ο Οδ. όσο και η Θ. μετέτρεψαν απίκο ένα ολόκληρο κουζινοσάλονο σε χορευτική σκηνή. Φταίει και το ότι τα ηχεία σκέπασαν τη συναυλία των γείτονων-τζιτζικιών πολύ πρόθυμα καθώς επίσης και το ότι ο μεγαλόσωμος της παρέας μπαινόβγαινε στο δρώμενο άλλοτε ως ολίγον χαζός καθότι άστοχος ταύρος, άλλοτε ως ο Φλογεροπαίκτης στα παραμύθια του Μότσαρτ και του Τριβιζά.
Σταματάω για την επόμενη επιλογή. Είχαμε προηγουμένως παίξει με τη «Συννεφούλα» οπότε στις διαδικτυακές προεπισκοπήσεις «κρέμονταν» κι άλλα τραγούδια του Σαββόπουλου.
- «Μπαμπά, μπαμπά, να αυτά τα χρώματα – εκεί – όπως σ’ αυτόν που σού τράβηξε το αίμα! Στη ζωγραφιά με "To δέντρο"».
Κοιτάζω πιο χαμηλά. Εντοπίζω τον «Μπάλλο». Το εξώφυλλο του οποίου είναι έργο του Ακριθάκη. Με τη γνωστή «γεωμετρική» του τεχνοτροπία και τα χρώματα που οριοθετώντας τα έντονα δημιουργούν νέους αποκαλυπτικούς συνδυασμούς.

Φίλησα το παιδί για ένα έχω κάτι που να με βεβαιώνει ότι δεν ονειρεύτηκα.
Σκέφτομαι διάφορα, τώρα που τα σημειώνω εδώ – στην άκρη του μνημονικού λόγου. Δε θέλω να αναμετρηθώ με τις πιθανές παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα που ενδέχεται να διατυπώσουν οι μοντέρνοι και οι μεταμοντέρνοι συγκαιρινοί μας με αφορμή τις σημειολογικές υποδηλώσεις των δύο αυτών περιστατικών.
Προσώρας μου αρκεί ότι το βλέμμα που αρχίζει να σκάβει, βρίσκει. Και όσο συνεχίζει να σκάβει, θα το περιμένει στην άκρη του λαγουμιού κάποιος θησαυρός.
(Σχόλιο που τελικώς δεν ενσωματώθηκε στην ύλη του 6ου τεύχους των "ΝΗΣΙΔΩΝ". Γράφτηκε προ ολίγων μηνών. Το κατέστησε επίκαιρο ο κάτωθι πρωταγωνιστής του, ο οποίος προσφάτως εκστόμισε το αχαρακτήριστο "μεσοπρόθεσμο ή τάνκς")
«Τιμούμε το αίμα που απαθανάτισε με το έργο του ο Κώστας Γαβράς. Τιμούμε το “Ζ”. Γι’ αυτό και η παρουσία σου εδώ είναι ανεπιθύμητη!» Ήταν η φράση που ξεχωρίσαμε από την οχλοβοή όσων αντέδρασαν δύσθυμα και οργισμένα στην παρουσία του αντιπροέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως, Θεόδωρου Πάγκαλου, κατά την εκδήλωση που διοργανώθηκε προς τιμήν του Έλληνα σκηνοθέτη στο Παρίσι – στο ανηφόρι της φετινής Αποκριάς.
Ο τηλεοπτικός φακός των ΜΜΕ πάλι έμεινε στον αφρό: ποιός ο εξακολουθητικός αντίκτυπος της φράσεως Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε...» και της νεόκοπης άστοχης εξίσωσης του δημόσιοι υπάλληλοι ίσον κοπρίτες.
Ουδεμία αντίρρηση: συνθήματα επιθυμεί να αναπαράγει ο τηλεοπτικός φακός – με εντυπωσιογόνα συνθήματα θρέφει την επικαιρότητα ο πληθωρικός –μόνον, ως φαίνεται, στα λόγια– πολιτικός.
Απέναντι και πάνω από τον οικείο συρφετό που στη συνέχεια -εντός των ελληνικών τειχών πια- ενσωμάτωσε και την ευκολία, αλλά και το αδιέξοδο του γιαουρτώματος, εξυψώθηκε μία άλλου τύπου διαμαρτυρία ενάντια στον εξοχότερο των εκπροσώπων του σύγχρονου δημοσιολογούντα κυνισμού.
Του καυτού αισθητικού βιώματος, της ανοιχτής ιστορικής μνήμης – είς σώμα ένα και το αυτό.
«Τιμούμε το αίμα...»