Στο μνημόσυνο του πατέρα μου είχε μαζευτεί κόσμος πολύς – προηγούταν εξάλλου η Κυριακάτικη Λειτουργία της 2ης εβδομάδας της Αποκριάς. Παρακολουθούσα τα λόγια που εκφωνούσε ο παπάς. Αν γνωρίζεις καλά τη γλώσσα του πρωτοτύπου, απολαμβάνεις βαθύτερα την περιεχόμενη ποίηση και συνάμα γίνεσαι γόνιμο χώμα για τον βλαστό των αναδυώμενων αποριών σου.
Καλώντας το ποίμνιο για το μυστήριο της θείας κοινωνίας ο παπάς μνημόνευσε στον ίδιο στίχο τον φόβο, την αγάπη, τον Θεό. «Φόβο, είπε» ψιθύρισα στην Κ. ενοχλημένος. «Όχι, όπως το εννοείς» μου απαντά. «Εδώ ο φόβος σημαίνει, δέος». «Ας έλεγε λοιπόν, δέος – όχι φόβο» επέμεινα.
Με την Κ. το συνηθίζουμε να ανοίγουμε λαγούμια στα λόγια του τελετουργικού που κάθε φορά παρακολουθούμε. Λαγούμια του Λόγου – πιο σωστά: σκάβοντας στο ξέφωτο του Λόγου.
Αυτό που συνέβη για πρώτη φορά ήταν ότι την σύντομη στιχομυθία μας συνέλαβε η αστυνομία της πίστεως – συγνώμη, η αστυνομικός της πίστεως, ήθελα να πω. Μία γυναίκα μπροστά μου που αν άφηνε να φανεί το πραγματικό χρώμα των μαλλιών της ίσως και να την έλεγαν χαιδευτικά Χιονούλα.
«Ναι, φόβος: γιατί όχι; Κρατάει ο πάτερ στα χέρια του το αίμα και το σώμα του Θεού!». «Φόβος και αγάπη δεν κάνουνε καλό ζευγάρι» προλαβαίνω διστακτικά να αντιτείνω. Και πιο σταθερά προσθέτω ένα από τα πιο παλιά μου ερωτηματικά: «φόβος και αγάπη – μαζί;».
«Εδώ έχεις μπροστά σου το αίμα και το σώμα του Χριστού, τον Θεό τον ίδιο! Αν το πιστεύεις βέβαια. Αλλά είναι εδώ μπροστά σου – δε θα αισθανθείς φόβο;».
Μου είπε κι άλλα – τα σκέπασε η σκέψη ότι ήταν εντελώς μάταιο να άρθρώσω τις προηγούμενές μου ενστάσεις. Δεν είχα αντιληφθεί ο ανόητος πως πέρα από την μέθεξη της στο μυστήριο και την βεβαιότητά της στην ολοστρόγγυλη αλήθεια του, κάθε παραπάνω φράση ήταν για την ίδια μία ανεπιθύμητη ενόχληση.
Έκανα νέα λάθος εκτίμηση: «Δε ήθελα να σου μιλήσω σα δασκάλα ή να σου κάνω κύρηγμα, μα σε είδα καλό και μυαλωμένο νέο και είπα να παρέμβω» με κατακεραύνωσε. «Σας άκουσα» είπα κυριολεκτώντας στο ακέραιο. «Σας άκουσα» δευτερολόγησα αμέσως – με ένα χαμόγελο που φανέρωνε την εκκρεμότητα μεταξύ του σεβασμού στον λόγο του άλλου και στην αμφισβήτησή του.
Πολλές σκέψεις μού έφερε στο κατόπι του αυτός ο σχεδόν ασήμαντος διάλογος. Δε θα σταθώ παρά μόνο σε μία: είναι αδιανόητη η συνομιλία με μία παραίσθηση – του άλλου.
Και κάτι ακόμη: αν ήμουν πιστός και δη ορθόδοξος χριστιανός, θα ντρεπόμουν να βάλω τον φόβο μπροστά από το σώμα και το αίμα του Θεού. Εκτός κι αν λαθαίνω: πουθενά στις κυριολεξίες και τις μεταφορές των Ευαγγελίων δεν υφίσταται παρόρτυνση του Ιησού προς τον φόβο. Ενώπιον της τιμωρίας, ναι, ο φόβος είναι παρόν. Μα για να έρθει κάποιος σε επαφή με τα σημαντικά πρόσωπα και τα πράγματα της ζωής, πόσο μάλλον για Τον πλησιάσει, όχι.
Έπειτα αργά το βράδυ σκέφτηκα να αρθρώσω κάτι από το μελάνι αυτού περιστατικού μέσα μου. Οι ημερολογιακές αυτές καταγραφές δεν υπομνηματίζουν παρά τον αφρό. Προχώρησα στα βαθιά. Εκεί έγραψα το «Ίσως».
Μετράει μήνες πια η λεγόμενη «κρίση» των δημοσιονομικών μας δεικτών. Εξ ου κι ορθώς έχει παρατηρηθεί, πως η διατύπωση της εγκιβωτίστηκε βολικά στον οικονομικό τομέα. Αυτό εξάλλου ανακυκλώνουν τα ΜΜΕ – ή μήπως όχι; Τη βία της μικρο-λογιστικής: μείον τόσο τα έσοδα, συν …όσο τα έξοδα. Μικρο-λογιστική, είπαμε. Όχι, μικρο-βία. Κάθε άλλο.
Είναι σε θέση άραγε τα αντανακλαστικά μας ως κοινωνία να ενεργοποιηθούν άμεσα κι επαρκώς, προκειμένου να ιδωθεί το φαινόμενο της κρίσης πέρα από την οικονομική του υπόσταση; Φαίνεται δύσκολο. Εκτός εποχής. Σχεδόν μάταιο. Η δυτικού τύπου κατανάλωση αναδόμησε εντός κι εκτός μας εθισμούς και προτεραιότητες εκ θεμελίων. Όπου θεμέλια, ίσον ενορμήσεις, έξεις κι επιθυμίες. Κι επιπλέον: ίσον κοινό – συλλογικό φαντασιακό.
Για τις αποχρώσεις του συλλογικού φαντασιακού των Νεοελλήνων πολλές αντεγκλήσεις μπορούν να καταγραφούν. Και ορθώς: ένα πρισματικό ζήτημα μόνο με εξίσου πρισματικό τρόπο επιλύεται ως ένα (ικανο)ποιητικό βαθμό.
Οι απευθείας συνέπειες όμως της επικράτησής του στην πολιτική σφαίρα είναι τοις πάσι γνωστές: κομματοκρατία, μιντιοπληξία και διαφθορά – ενοχλητικά εάν κι εφόσον περιέχουν τον απέναντι. Σπανίως εάν περιέχουν τον εαυτό μας. Δεκάδες οι πρόχειρες προφάσεις και οι δωρεάν ένθεν κακείθεν δικαιολογίες.
«Η πιο άμεσα εντοπίσημη λειτουργία του μεταπολιτευτικού φαντασιακού μας», θα σχολιάσει ο κυνικός αντίλογος: η αυτόματη διαδικασία της απενοχοποίησης. Τί στο δαίμονα φαντασιακό είναι, ίσως ο ίδιος νους διερωτηθεί ρητορικά, αν δεν δίνει στις περιφερόμενες αξίες (τα φανερά ή κρυφά άξιον εστί του καθενός) την τονικότητα όπου αυτές θα σταθούν; Εντός κι ενώπιον μας.
Είναι πλέον πλεονασμός με βάση τα παραπάνω να το πούμε ωμά κι απερίφραστα, πως η κρίση που διερχόμαστε είναι κρίση πνευματικού χαρακτήρα;
Όχι.
Τίποτα από τις λέξεις μας που αντέχουν το φορτίο της αυτογνωσίας και της τόλμης, δεν είναι περιττό. Από τις λέξεις κι όλα τα σύνεργα της τέχνης που αντιστέκεται στις επιμέρους μόδες, πλην όμως παραμένοντας βουτηγμένη στα κύματα της εποχής της ακριβώς ίσα ίσα, για να μην είναι ένα ακόμη ασπόνδυλο των μανιφέστων και των πάσης φύσεως «εργαστηρίων».
Λέγεται, πως σε περιόδους κρίσεως επωάζονται μεγάλα έργα τέχνης. Αληθές, όσο και παραπλανητικό. Ένα βλέμμα και μόνο στην πρόσφατη ιστορία του «σύντομου» 20ου αιώνα αρκεί. Ας περιοριστούμε στο ότι σε τέτοιες περιόδους πληθαίνουν οι κατά Χατζιδάκι εξαιρέσεις. Ως «Νησίδες» τις προτρέπουμε και τις προσκαλούμε.
Στο έργο και στο αύριο.
1η δημοσίευση:
"ΝΗΣΙΔΕΣ", περιοδικό τέχνης και λόγου, τεύχος 5ο
Οι φωτογραφίες από το Φωτογραφικό ένθετο της Μ. Πάσσαρο
Η ραχοκοκκαλιά της «Χειμωνιάτικης μέρας» γράφτηκε μέσα στα Χριστούγεννα του 1996. Πρώτα ως μουσική κι έπειτα ως λόγια. Είχε προηγηθεί μία κατά ένα τρόπο δίδυμη κύηση με ένα «ετεροζυγωτικό» κομμάτι της ίδιας διάθεσης και φυσικά χρονικής περιόδου, εν ονόματι «Μάτια λίμνες, μάτια βροχές». Στη ζωή εν τέλει επιβίωσε η «Χειμωνιάτική μέρα» - δεν επιβιώνει πάντοτε ο πιο ισχυρός.
Κατά την δεύτερη και πιο ώριμη περίοδο των Ετεροθαλών, της μουσικής ομάδας των φοιτητικών μας χρόνων στην Ρόδο, είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον και το ταλέντο και των άλλων φίλων-μελών. Αν μακροημερεύαμε ως σύνολο μετά το πτυχίο, είναι βέβαιο πως θα είχε ευτυχίσει σε κάποια κοινή ηχογράφηση μας. Δεν μακροημερεύσαμε όμως.
Για την ακρίβεια, τον Αύγουστο του 2001, παραθερίζοντας με ορισμένα μόνο από τα μέλη των Ετεροθαλών, την Ρίτσα, τον Ηλία και τον Νεκτάριο, βάλαμε μπρος ένα project σε 3 δικά μου τραγούδια. Ήταν πλέον η ώρα της «Χειμωνιάτικης μέρας» να ανατείλει – την επαύριον ενός υπέροχου …Δεκαπενταύγουστου!
Στο μεταξύ στην ορχήστρα προστέθηκε και ο Στράτος –έπαιζαν τότε με την Ρίτσα παραδοσιακά άσματα σε γουστόζικα μαγαζιά της Π. Πόλης– στο σπίτι του οποίου έγιναν και οι περισσότερες πρόβες.
Ηχογραφήσαμε σε ένα τοπικό στούντιο (Λαβύρινθος) που ούτε κι αυτό μακροημέρευσε. Με ένα περίπου μέτριο αποτέλεσμα. Live in studio γαρ.
Έπιασα πριν από ένα μήνα το πρωτογενές υλικό. Με γέμισε ένα αίσθημα αντιφατικό – ανάλογο με το ιδιοσυγκρασιακό μείγμα των στίχων.
Εργάστηκα σταδιακά με όρους ευφορίας. Αναγεννιόταν ένα μισοθαμμένο τραγούδι.
Εν τέλει, με την προτροπή του Στέλιου πήρε τη μορφή του μουσικού βίντεο. Ως οπτικοακουστικό πια έργο το αφιερώνω στην αδελφή μου, την Φαίη και στην Ρίτσα. Για όχι και τόσο διαφορετικούς λόγους.
«Ελεύθερη αγορά» (Ποιήματα 1999-2003). Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδ. Γαβριηλίδης.
Το εξώφυλλο κοσμεί «Ο πολλαπλός εαυτός» της Σοφίας Φωτιά.
DiabolusIncarnatus
Μια χαραμάδα
σαν βεντάλια κλειστή
το απομιμήσεως
αύριο.
«ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΓΟΡΑ», Τα δέλεαρ, σελ. 22.
Αν μέσα στους καρπούς που γευόμαστε, η έκτη –ίσως και πρώτη– αίσθησή μας λαμβάνει κάτι από την «σκοτεινάγρα» της ρίζας ή και κάτι τι από το ατόφιο ηλιακό χρώμα του φυλλώματος του αυτού οργανισμού στον οποίο ανήκει ο καρπός, τότε δεν είμαστε απλά θύματα της πέψης μας, αλλά οι γαλήνιοι της ηνίοχοι.
Όπου πέψη ίσον αίσθημα. Άρα μερικότητα ευδαιμονίας που τείνει τον εαυτό της στο άπειρο. Συγνώμη, «στο άγνωστο» ήθελα να πω…
Δεν γνωρίζω λοιπόν τί μέθεξη ευδαιμονίας κομίζουν για τους άλλους αυτά τα ποιήματα. Και η δική μου μαρτυρία επί του θέματος μάλλον καθίσταται αυτόματα αναξιόπιστη από μία κάποια δόση ιδιοτέλειας που περιέχεται σε κάθε απόπειρα να αρθρώσει ο άνθρωπος την ελευθερία του. Άλλοτε ως δημιουργός κι άλλοτε ως συν-δημιουργός.
Δεν αποκρύπτω όμως πως κάπου κοντά στον δεύτερο ρόλο τοποθετώ τον αναγνώστη της ποίησης. Για λόγους που και η νοημοσύνη, αλλά και η αισθητική εμπειρία τεκμηριώνουν σε πλήθος περιπτώσεων. Και είναι προφανές πως δε συζητώ ούτε για τον καταναλωτή ποίησης, ούτε για εκείνον που πηγαινοέρχεται από έργο σε έργο ως φωτογραφομανής τουρίστας.
Κλείνω λοιπόν με την προσδοκία όλων των παραπάνω υπαινιγμών. Η παρούσα «Ελεύθερη αγορά» να ανοιχτεί στην θεατή και αθέατη ελεύθερη αγορά των αναγνωστών. Λόγος και σιωπή. Σιωπή και λόγος.
"Η κιμωλία" γεννήθηκε από τη συνάντηση δύο διαθεματικών Σχεδίων Εργασίας που ξεκίνησαν κατά την περσινή σχολική χρονιά (2010-2011). Το πρώτο είχε τίτλο "Μαθητική φιλαναγνωσία" και το δεύτερο, "Νέα μέσα – καλλιέργεια της κινηματογραφοφιλίας: Ίδρυση και λειτουργία της ομάδας ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ ΞΥΛΟΜΠΟΓΙΑ".
Μοιραία λοιπόν, με την ολοένα πιο διαδραστική και συνάμα παθιασμένη –δε θα διστάσω να πω– συμμετοχή των παιδιών, σχηματίστηκε ο κοινός παρονομαστής των δύο αυτών Σχεδίων που μας υπέδειξε τον ενιαίο τους πια δρόμο: την κιν/κη διασκευή της ομότιτλης ιστορίας των Γκοσινί-Σαμπέ («Η κιμωλία»: από τις περιπέτειες του Μικρού Νικόλα).
Θα συμπληρώσω μόνο πως τα γυρίσματα έγιναν απνευστί στη διάρκεια της πιο δροσερής Παρασκευής του Ιουνίου του ’10.
Μόλις πριν λίγες εβδομάδες το σύνολο της ομάδας είδε ολόκληρο το έργο. Και πέταξε τη σκούφια του! Οι κάτωθι φωτογραφίες είναι από την πρώτη ειδική-εσωτερική μας προβολή.
Ελπίζουμε –όχι μόνο προσωπικά, αλλά ως εν γένει εκπαιδευτική κοινότητα- η νέα Δημοτική Αρχή της Ρόδου να υποστηρίξει τον δραστήριο θεσμό των ECOKIDS και να μακροημερεύσει στις Καλλικρατικές ημέρες που διανύουμε.
Εμείς πάντως ως «Ταινίες από ξυλομπογιά», είμαστε έτοιμοι να δώσουμε το δικό μας παρόν με τη μικρή μας ταινία σε όσους διατηρούν το βλέμμα του παιδιού σ’ έναν κόσμο γεμάτο ρυτίδες και …μαθουσαλίξ ανία.