Κυριακή, Ιουνίου 27, 2021

«ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ» & «ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ»


Ιχνηλατώντας τα νεότερα ευρήματα των νευροεπιστημών

         

 Το ότι οι νευροεπιστήμες είναι από τους πιο γοργά εξελισσόμενους επιστημονικούς τομείς δεν είναι άγνωστο – ούτε είναι πλέον αμελητέο το εύρος και η σημασία των όσων κομίζουν.

Κάθε άλλο. Πρόκειται περί πραγματικής επανάστασης – στην συνέχεια της κοπερνίκειας και της δαρβινικής – καθώς ο εγκέφαλος του ανθρώπου (του όντος που ούτε στο κέντρο του σύμπαντος κατοικεί, ούτε έχει προνομιακή μεταχείριση από τις αρχές που διέπουν την εξέλιξη) δεν λειτουργεί κατά τον τρόπο που νομίζαμε μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Δύο βιβλία – που αναδεικνύουν κρίσιμα εύρετρα των νευροεπιστημών και που προτείνονται εδώ, χάριν της ημέρας – είναι:

Α. «Τα ίχνη της εμπειρίας» των Francois Ansermet και Pierre Magistretti (μετάφραση: Βασιλική Βακάκη, επιμέλεια: Ηλίας Κούβελας, Παν/κές εκδόσεις Κρήτης, 2015).

Και Β. «Κάτω από το κατώφλι» του Leonard Mlodinow (μετάφραση: Έλσα Βιδάλη, επιμέλεια: Γιάννης Παπαδόγγονας, Παν/κές εκδόσεις Κρήτης, 2019).

Συνοπτικά μιλώντας: στο πρώτο, επιχειρείται μία ανάλυση εκείνου του πεδίου, όπου η φροϋδική ερευνητική παρακαταθήκη (κι όχι, στενά, η φροϋδική θεωρία) διαστρώνεται με ορισμένες όψεις των νευροεπιστημών, όπως είναι η νευρωνική πλαστικότητα (η εφ’ όρου ζωής ικανότητα του εγκεφάλου να ανασυντίθεται ανάλογα με τις εμπειρίες που βιώνει). 

Κεντρική θέση: ο χρόνος, τα γεγονότα της ζωής μας μνημειώνονται, δια των νέων συνάψεων που επιτυγχάνονται στον εγκέφαλο μας, στο σώμα και στην ψυχική μας πραγματικότητα.

Οι συγγραφείς αναπτύσσουν το θέμα τους με εξαιρετικά ακριβείς πληροφορίες και δεδομένα σχετικά με τους τρόπους που η βιωμένη εμπειρία εγγράφεται στα δίκτυα των νευρώνων μας – υπογραμμίζοντας κάτι που είναι πλέον γενική παραδοχή στις νευροεπιστήμες: πως ο εγκέφαλος μας εκτός από το να προσλαμβάνει τα δεδομένα – τα αναδιαπλάθει σε μία δική του ψυχική πραγματικότητα (μνήμη, συναισθήματα, φαντασία).

Τα ίδια τα ίχνη της εμπειρίας καθώς σωματοποιούνται εντός μας (στον εγκέφαλό μας), επενεργούν πάνω στην αντίληψή μας ακόμη και για τα ίδια τα γεγονότα που τα δημιούργησαν!

Ακριβώς στο σημείο αυτό ομοφωνεί με το συγγραφικό δίδυμο Fr. Ansermet και  P. Magistretti, ο Μlodinow μέσα από το έργο του «Κάτω από το κατώφλι» (υπότιτλος: Το νέο ασυνείδητο και τι μας διδάσκει).


         Ο γνωστός μας από την μακρά συνεργασία του με τον Στ. Χόκινγκ («Ένα πιο σύντομο Χρονικό του Χρόνου», 2005 – «Το Μεγάλο Σχέδιο», 2010) Leorard Μlodinow αφήνει εδώ στην άκρη την Φυσική και χάρη στην μαθητεία και σπουδή του στο Caltech (ένα από τα κορυφαία κέντρα των νευροεπιστημών σε διεθνές επίπεδο) πλάι στον Christof  Koch, φέρνει στο προσκήνιο τις νεότερες απαντήσεις των νευροεπιστημών σχετικά με τις αισθήσεις και τον νου μας, την μνήμη και τη λήθη, τις κατηγοριοποιήσεις και τα αισθήματα μας – μεταξύ πολλών άλλων.

Δίχως την ανάγκη της ανάδειξης όμοιων ή αναλογικών πτυχών των νευροεπιστημών με όψεις της φρουδιανής παράδοσης (ίσα ίσα θεωρεί υπερεκτιμημένο τον Φρόυντ σε επιστημονική συμβολή συγκριτικά με άλλους σύγχρονούς του, όπως λχ με τον Γ. Τζέημς ή τον Τσ. Σ. Πήρς) ο Μlodinow παραθέτει τα δεδομένα δεκάδων πειραμάτων που υποδηλώνουν πως ό,τι θεωρούσαμε έγκυρο γύρω από πτυχές της ψυχικής μας ζωής, όπως οι αισθήσεις και η μνήμη μας, έχει αποδειχτεί, όχι απλώς ξεπερασμένο, αλλά πλαστό. [Πχ: δεν βλέπουμε πραγματικά όπως νομίζουμε ότι βλέπουμε – ούτε θυμόμαστε με τον τρόπο μίας υπολογιστικής μηχανής]

Σημαίνουσα ιδέα πάνω στην οποία επιμένει ο Μlodinow –καθώς προκύπτει απ’ όλα τα παραπάνω– είναι το νέο υποσυνείδητο, το οποίο «είναι πιο ευγενικό και ήρεμο σε σύγκριση με εκείνο (ενν. το φροϋδικό) και περισσότερο συνδεδεμένο με την πραγματικότητα» (σελ. 9). Όπου «υποσυνείδητο» – αναγνωρίζεται εν προκειμένω ό,τι υπάρχει κάτω από το κατώφλι της συνείδησης, αυτής της περιοχής του εγκεφάλου, που εσφαλμένα έχει λάβει όλα τα εύσημα και τις επικρίσεις για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, αντίστοιχα, του πολιτισμού μας.

Ο Μlodinow δεν αρκείται στο να καταγράψει το νέο ανθρωπο-είδωλο που μας περιγράφουν κατά τον 21ο αιώνα οι νευροεπιστήμες. Μπαίνει και στη διατύπωση αιτημάτων για ανασύνταξη κρίσιμων πτυχών των θεσμών μας, όπως πχ το Δικαστικό μας σύστημα (βλ. το κεφ. «Μνήμη και λήθη»). Και για όλα αυτά χρησιμοποιώντας μία γλώσσα διαυγή και καθάρια μέσα από την οποία βλέπεις όλα όσα θέλει να σου αποκαλύψει.

Τι το νέο –αναθεωρώντας το μέχρι στιγμής οικείο– θα μας αποκαλύψουν τα επόμενα βήματα των νευροεπιστημών  εύχομαι να το αρπάξουν ως ευκαιρία αξιοποίησης του και άλλοι εκδοτικοί οίκοι, (πλην, δηλαδή, των εξαιρετικών Παν/κων εκδόσεων Κρήτης), και να πληθύνουν στην γλώσσα μας τα έργα ενός ραγδαία αναπτυσσόμενου επιστημονικού πεδίου που συμβάλλει όσο ελάχιστα στην αυτοκατανόησή μας.


1η δημοσίευση: εφημερίδα ΡΟΔΙΑΚΗ, 24/6/2021

https://www.rodiaki.gr/article/460007/ta-ixnh-ths-empeirias-kai-katw-apo-to-katwfli?fbclid=IwAR1LXH7sivy6dR20psIK3cmerK-IQjLo4Wucf3jikLT77v_EvzkezrKhz08

Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2021

«Η Μέθοδος Κομίνσκι / The Kominsky Method» (2018-2021)


«Η Μέθοδος Κομίνσκι / The Kominsky Method» (2018-2021): με την ολοκλήρωση της τρίτης σαιζόν η εικόνα της σειράς ενώπιον μας είναι πλέον πλήρης. Πρόκειται για μία παραγωγή, όπου το χιούμορ προκύπτει από απόμακρες ζώνες συγκριτικά με το μέινστριμ ύφος και τη θεματολογία της ποπ κουλτούρας.


Η τρίτη ηλικία, οι χαρές και τα προβλήματά της, ο θάνατος, οι μέσα στους ανθρώπους ζωντανοί νεκροί, η απόκλιση της τρέχουσας μόδας και νοοτροπίας από τους αντίστοιχους τρόπους των περασμένων δεκαετιών, όλα τους, συνυφαίνουν κάτι πρωτότυπο και ιδιαίτερα σπινθηροβόλο. Και γι’ αυτό απολαυστικό.


Η σάτιρα προς την πολιτική ορθότητα –πανταχού παρούσα και στους τρείς κύκλους– όχι μόνο δεν είναι άσφαιρη, αλλά ευστοχεί σε κάθε της λεπτομέρεια.


Για την θέρμη της χημείας που εκπέμπουν οι πρωταγωνιστές –και όχι μόνο το εξαιρετικό δίδυμο Ντάγκλας-Άρκιν–, έχουν μιλήσει οι πλείστοι όσοι, όπως και για το πόσο ζωογονεί δραματουργικά το γενικό σύνολο η παρουσία εμβληματικών θεατρικών αποσπασμάτων. [Η πρακτική, εξάλλου, του λεγόμενου «θεάτρου μέσα στο θέατρο» (εδώ: «του θεάτρου μέσα στην μικρή οθόνη») έχει βαθιά καταγωγή].


Αυτό που αξίζει να προσθέσουμε ίσως είναι πως ελάχιστες σειρές απλώνουν μπροστά μας την εμπειρία της χαρμολύπης σ’ ένα τέτοιο εύρος που ωστόσο ορθά αποκλείει τόσο το μελό, όσο και το ευτελές καλαμπούρι.


Απ’ αυτό το σπάνιο μέταλλο είναι φτιαγμένη «Η Μέθοδος Κομίνσκι».



Τρίτη, Ιουνίου 08, 2021

Στη σκιά μιας πρόσφατα τσιμεντωμένης Ακρόπολης

 


Θα μπορούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με εμάς τους συγγραφείς. Για συλλογικές ή ατομικές αγοροπωλησίες. Για παραγωγή νέου, υπέρ τους, κέρδους.

 

Θα μπορούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με δημόσιες ή δημοτικές βιβλιοθήκες. Για έναν προγραμματισμό δωρεών – με ανάλογα, κατά το σύνηθες, φορολογικά ανταλλάγματα. Θα ήταν κερδισμένοι σε χρήμα και σε μάρκετινγκ – «περί πολιτιστικής ευαισθησίας».

 

Προτίμησαν την πολτοποίηση.

Οι πιστώτριες τράπεζες.

 

[Εδώ ακριβώς είμαστε. Εν έτει 2021. Ούτε ένα βήμα πιο πάνω ή πιο κάτω. Ή πιο σωστά: στη σκιά μιας πρόσφατα τσιμεντωμένης Ακρόπολης].


Κυριακή, Μαΐου 23, 2021

Μαζί


Εικαστικό: Al Compas – Gabriel Sanz.

Αχ, αυτές οι ημιτελείς αλήθειες… Ο λόγος και το πάθος – απέναντι.

Ναι. Όμως μαζί!


Πέμπτη, Μαΐου 06, 2021

"ΤΟ ΕΛΙΞΙΡΙΟ" (Remastered)

 

Toν Σεπτέμβριο του 2002, ο καρδιακός μου φίλος, ο Γιάννης Φαινέκος μού εμφάνισε ένα χειρόγραφο με στίχους του. Στην κορυφή της σελίδας έγραφε «Ελιξίριο».


«Δες το και πες μου την γνώμη σου» μού είπε. Ευθύς χτυπάει το τηλέφωνο του. Πέντε περίπου λεπτά τον κράτησε απασχολημένο – τι; Άγνωστο.


Επιστρέφει στη συζήτηση μας. «Πώς σου φάνηκε;» με ρωτάει. Και η απάντηση: «Του έγραψα μουσική. Θες να την ακούσεις;»


Κάπως έτσι γεννήθηκε ως τραγούδι «Το Ελιξίριο». Απλά και πηγαία.


Η υπόθεση της ηχογράφησής του όμως αποδείχτηκε πολύ πιο σύνθετη. Στα μέσα του 2013 ξεκίνησα να το δουλεύω ως νέα τότε παραγωγή – αλλά έπρεπε να αλλάξει ο χρόνος για να φτάσει σε ένα επίπεδο δημοσίευσης.


Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν με ικανοποιούσε – δεν ακουγόταν σωστά το κομμάτι στην πρώτη του εκδοχή.


Έτσι, κλείνοντας προ ολίγων ημερών μια νέα σειρά συνθέσεων και ηχογραφήσεων – ναι, τόσο η πρώτη όσο και η τελευταία περίοδο της καραντίνας ήταν, από δημιουργική άποψη, σωστό χρυσωρυχείο – καταπιάστηκα ξανά με «Το Ελιξίριο».


Με έναν αυθορμητισμό που σε αυτά τα θέματα δεν με χαρακτηρίζει (αν δεν προηγηθεί η απαραίτητη ζύμωση του χρόνου - δεν δημοσιεύω ούτε λέξεις, ούτε νότες) το ανέβασα αμέσως στο soundcloud κατεβάζοντας την παλαιά του ηχογράφηση.


Σας ευχόμαστε, από κοινού, καλή ακρόαση – πίνοντας και την τελευταία του γουλιά!

 

Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2021

Άλμα

 ["Uphill Climb" – Φωτογραφία: Scheve Palen]

Αν η αναγνώριση και η ανάγνωση των προκαταλήψεων μας είναι ένδειξη ηθικής νοημοσύνης κι ενός άλματος προς μία αληθινή αυτονομία – η υπέρβαση τους είναι η ίδια η ελευθερία αυτοπροσώπως.  


Κυριακή, Μαρτίου 14, 2021

Βαγγέλης Παπαθανασίου - με αφορμή το “Τhe Journey to Ithaca”



Σπάνιος συνδυασμός: όσο σεμνός ως άνθρωπος, άλλο τόσο τολμηρός ως καλλιτέχνης.


Από την εποχή που απολάμβανε τις νότες κάτω απ’ το πιάνο της μητέρας του – μέχρι τις μέρες όπου ο αναλογικός, όσο και ο ψηφιακός ήχος πήγε πολύ μακρύτερα χάρη στα δικά του ακροδάκτυλά, έχουν περάσει πια πολλές δεκαετίες, ενώ αναδύθηκε εκ μέρους του πλήθος έργων για την δισκογραφία, τον κινηματογράφο, για φορείς και ινστιτούτα (μέχρι, ως γνωστόν, ακόμη και την ΝΑSΑ) – για μία ποικιλία, πάει να πει, εκφράσεων του βίου, όπου η μουσική αναγνωρίζεται ως μείζονα γλώσσα.


Του κόσμoυ και των ανθρώπων.


Στον παρόν ντοκιμαντέρ (“Vangelis and the Journey to Ithaca”, 2013 – σε σκηνοθεσία του T. Palmerβλέπουμε τον Παπαθανασίου, αρχιτέκτονα του ήχου, πηγαίο συνθέτη, χαμηλόφωνα παθιασμένο εικαστικό – με έναν καθαρό στοχασμό για την τέχνη και συνάμα, μ’ ένα ρεαλιστικό βλέμμα στην άσχημη όψη της μουσικής, όσο και της κινηματογραφικής βιομηχανίας και του ελέγχου τους πάνω στους δημιουργούς και στα διεθνή ακροατήρια.


Μιλούν συνεργάτες και φίλοι του ουκ ολίγοι: από τον Ρίντλευ Σκοτ μέχρι τον Σων Κώνερυ (προσέξτε την αναφορά του για την συνεργασία τους πάνω στην «Ιθάκη» του Καβάφη) κι από τον Όλιβερ Στόουν μέχρι τον Ρομάν Πολάνσκι.


Αν το απλό ταλέντο θέλει την αφοσίωση στο κορμί του για να ανθίσει – η ιδιοφυΐα, θαρρώ, έχει την ανάγκη από ένα ιδιαίτερο μείγμα σεμνότητας και θάρρους, για να αποκαλυφθεί.


Ένα μείγμα σεμνότητας και θάρρους, όπως εκείνης της ποιότητας, την οποία εκπέμπει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου στο έργο του και στην δημόσια παρουσία του.


Δευτέρα, Μαρτίου 08, 2021

8 Μαρτίου - Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας


H πιο επιτυχημένη, αναίμακτη, όσο και αναγκαία επανάσταση του 20ου αιώνα θαρρώ πως ήταν η εξίσωση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα (επάγγελμα, οικογένεια, πολιτικοί θεσμοί). Και παρότι η γυναίκα δεν αποτελεί πλέον ιδιοκτησιακό απόκτημα του άνδρα, εκκρεμεί η ολοκλήρωση αυτής της θαυμάσιας επανάστασης – σε ποικίλες εκδοχές της ζωής μας.

 

Οι πρόσφατες πολλαπλές καταγγελίες για κακοποίηση (διαφόρων μορφών) έναντι γυναικών δείχνει, τουλάχιστον ως προς τα καθ’ ημάς, πως πίσω από τις κουίντες (εντός κι εκτός εισαγωγικών) θάλλει μια φαλλοκρατική αντίληψη που αρνείται να συντονιστεί με την εποχή μας, όπου η γυναίκα είναι αυτόβουλο, ελεύθερο πρόσωπο και όχι σκεύος.

 

Αν γιορτάζουμε σήμερα την ημέρα της γυναίκας δεν είναι μόνον για ό,τι έχει δικαίως κατακτηθεί ( ό π ο υ , σημειωτέον, έχει κατακτηθεί), αλλά και για να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας και στους άλλους – πως έχουμε δρόμο ακόμα να διανύσουμε.



Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2021

"Άνθρωποι δημιουργικοί"


[Συνοψίζοντας]

ή πώς αυτό τον δημιουργικό άνθρωπο χρειάζεται να καλλιεργήσει (και) το ελληνικό σχολείο – κι όχι τον στείρο ή μονόχνοτο καταναλωτή πληροφοριών.


Και δεν αποτελεί υπόθεση μόνο του "συστήματος" αυτός ο δρόμος – είναι και η δική μας στάση, η στάση των εκπαιδευτικών και των γονιών: κάτι που αναδεικνύεται εντονότερα σε αυτήν την ρευστή περίοδο του "άνοιξε-κλείσε τα σχολεία".


Δεν είναι μια «χρονιά χαμένη» – όπως ακούω και διαβάζω από διάφορες μεριές. Είναι μια χρονιά διαφορετική – σε μείζονα βαθμό – κι απαιτεί άλλη κλίμακα υπομονής κι ευρηματικότητας από οποιαδήποτε άλλη στο παρελθόν.


Τα παιδιά ξέρουν πολύ καλά να μας διαβάζουν. Το παράδειγμα μας. Αν αυτό απεικονίζει τις δυναμικές της ευελιξίας ή τον κομφορμισμό της γκρίνιας.


Κι αυτή η παραδοχή μάς οδηγεί στο πιο μεγάλο μάθημα απέναντί τους: στο ποιοί είμαστε - ή πιο σωστά, ποιοί γινόμαστε μέσα σε αυτή την πρωτόγνωρη ιστορική συνθήκη.

 


Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2021

"Οι 12 ένορκοι - Εμείς"

Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς: σε περιόδους μεγάλης φόρτισης –όπου η ανθρωπότητα κι όχι μόνον η ελληνική κοινωνία αναμετριέται καθημερινά με το πρωτόγνωρο της κόβιντ περιπέτειας– η μετριοπάθεια ή η νουνεχής στάση αντιμετωπίζεται ως παράταιρη επιλογή, εξοβελιστέα, αν όχι ήδη αόρατη, στάση. Αδιάφορο, μάλιστα, αν είναι η πιο ενδεδειγμένη και σε ηθικό και σε πολιτικό -καθημερινό- επίπεδο.


Τόσο για ποικίλες όψεις της πανδημίας, όσο και για τα όσα αφορούν την υπόθεση Λιγνάδη ή την απεργία πείνας και δίψας Κουφοντίνα, επικρατεί στην δημόσια σφαίρα –πραγματική ή και ψηφιακή– η φωνασκία, οι θυμικές και οι αφοριστικές εκρήξεις και μία βιασύνη (συνοδευόμενη από πληθωρικές δόσεις επιπολαιότητας) για να αρθρωθεί ένας κάποιος συλλογισμός κι ένα ορισμένο, κάθε φορά, συμπέρασμα.


Σαν να μας ζορίζει η υπομονή και η νηφάλια επεξεργασία πληροφοριών. Αντιθέτως η συνομάδωση βολεύει, καθότι καιροφυλαχτεί το αφήγημα που θα στήσει το x κόμμα, η άλφα ή η βήτα θεωρία συνομωσίας, όπως και η υπεραναπλήρωση για ποικίλες μορφές της συλλογικής μας αδράνειας. [Ειδικά για το τελευταίο αξίζει να σκεφτεί κανείς το εξής ερώτημα: πως είναι δυνατόν να συνυπάρχει η ομερτά ετών, τόσο μεταξύ ατόμων, όσο και εντός φορέων, με την πηγαία ηθική κατακραυγή έναντι της παιδοφιλίας και της εν γένει σεξουαλικής κακοποίησης; Κι όμως: πόσο βολικό να αναθεματίζεις από απόσταση αντί να καταγγείλεις όταν είσαι κοντά.]


Έχετε δει την εξαιρετική ταινία του Σ. Λιούμετ, με τίτλο «Οι 12 ένορκοι» (1957 – πρωτότυπος τίτλος: «12 Angry Men» / με παράλληλη θεατρική διαδρομή δεκαετιών κι ένα εξίσου καλογυρισμένο κινηματογραφικό ριμέικ το 1997); Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κάδρα πάνω στις δυνάμεις και στις αδυναμίες της δημοκρατίας. Στην ομορφιά και στα όρια της. Στο τι γεννά η αδράνεια, η βιασύνη, η βολική συνομάδωση, το διεγερμένο μας θυμικό από την μία μεριά και στο τι είναι σε θέση να δημιουργήσει η υπομονή, ο υγιής σκεπτικισμός και η νηφαλιότητα μας από την άλλη.



Σαφώς πιο δύσκολη, χρονοβόρα κι απαιτητική είναι η δεύτερη στάση. Ποια είναι όμως πιο απατηλή, προσωρινά μόνον εκτονωτική, αλλά κι ολότελα ευεπίφορη για κάθε μορφής χειραγώγηση;


Κι αντιστρόφως: ποια αποδεικνύεται ωφέλιμη και γόνιμη – για όλους τους αναβαθμούς γνώσης (μηδέ της αυτογνωσίας εξαιρουμένης) και δικαίου;


Και ποια, εν τέλει, λειτουργεί ως αγωγός και συνάμα ως μέρος του ‘ανοσοποιητικού συστήματος’ ενός δημοκρατικού βίου;


Κυριακή, Φεβρουαρίου 21, 2021

«I'm Thinking of Ending Things» (2020)



Τι βιώνει κανείς όταν τον πλάθουν οι ίδιες του οι φαντασιώσεις; Ποιος είναι; Ποιος γίνεται;


Ποια είναι η ιστορία του;


Και πώς μπορεί αυτήν την ιστορία να την παρουσιάσει ένας σύγχρονος κινηματογραφικός αφηγητής; Του αρκούν τα μέσα που του έχει προσφέρει η παράδοση της τέχνης του, ακόμη και με τους πιο τολμηρούς της εκφραστές (λχ από τον Β. Βέντερς μέχρι τον Ντ. Λιντς); Ή μήπως, όχι;


Όλα αυτά – κι άλλα τόσα ερωτηματικά, σχετικά με την ρευστή ταυτότητα της ζωής και της τέχνης, προϋποθέτουν το «I'm Thinking of Ending Things» (2020), το τελευταίο φιλμ του Τσ. Κάουφμαν – ένα έργο που δεν αποκρίνεται παρά ως γρίφος.


Προσωπικά μιλώντας, ο γρίφος του δεν είναι τόσο ναρκισσιστικά δαιδαλώδης, όσο το, κατά τη γνώμη μου, απογοητευτικό «Tenet» (το τελευταίο έργο του ευφάνταστου, κατά τα άλλα, Κρ. Νόλαν), ούτε όμως και τόσο σπινθηροβόλος –για να επιστρέψω στον Κάουφμαν– στο «Synecdoche, New York» (2008), στο οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία της ιδιοφυΐας.


 

Πρόκειται για έναν γρίφο που απομένει από τον καθένα να τον ξεκλειδώσει – να συντάξει τα μέρη του στο δικό του νόημα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει, στο τέλος, την ίδια την άρση του νοήματος.


Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2021

"Sapiens": μερικές σκέψεις

Φωτογραφία: Θάλεια Δ.


Είναι γνωστό πως τα τελευταία έργα του Γ. Ν. Χαράρι Sapiens», «Homo Deus», «21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα») τον μετέτρεψαν, στη διάρκεια μίας μόλις δεκαετίας περίπου, από έναν ανερχόμενο καθηγητή μεσαιωνικής ιστορίας του Παν/μίου της Ιερουσαλήμ σε έναν παγκόσμιας εμβέλειας στοχαστή και δημοσιολόγο.

 

Μελετάμε την Ιστορία, όχι για να αποφύγουμε την επανάληψη των λαθών μας, αλλά για να έχουμε κατά νου ένα μεγαλύτερο φάσμα επιλογών ενώπιον του παρόντος και του μέλλοντος μας, υποστηρίζει με δύο δείκτες μεγαλύτερης ταπεινοφροσύνης έναντι των παλαιοτέρων ιστορικών ή φιλοσόφων που συντονίζονταν στην παραδοχή του ότι αν δεν γνωρίζεις την ιστορία σου είσαι καταδικασμένος να την ξαναζήσεις (απόηχος του πλατωνικού δόγματος ‘ουδείς εκών κακός’ – δεν νομίζετε;).

 

Δεν είναι το μοναδικό σημείο απόκλισης του Χαράρι σε σχέση με τον άμεσο επιστημονικό του τομέα – την ιστοριογραφία. Η σύμμειξη της αφήγησης του παρελθόντος με πεδία, όπως η εξελικτική βιολογία, η κοινωνική ψυχολογία ή ακόμη και η ίδια η φυσική ή η χημεία, προσφέρει, κατά τη γνώμη μου, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αναγνώστη του, μία ευρύτερη και συνάμα πιο βαθιά προοπτική να το αντιληφθεί και να το κατανοήσει – όπως και την εποχή μας.

 

Ο Χαράρι επιμένει σε δύο συμπεράσματα της έρευνας του που, ενώ δεν τον κάνουν πρωτότυπο σε σύγκριση με άλλους διανοητές – τού δίνουν το έναυσμα και τη δυνατότητα να μιλήσει άμεσα και εύληπτα, όσο κανείς άλλος: Πρώτον, ότι ο σάπιενς έχει πετύχει την μέχρι στιγμής επιβίωση του, όσο και την ποικιλία των πολιτιστικών του προϊόντων, εξ αιτίας της φαντασίας του (από το χρήμα μέχρι τις θρησκείες και από τους οργανισμούς, δημόσιους ή ιδιωτικούς, μέχρι τα ανθρώπινα δικαιώματα, όλα τους, αναγνωρίζονται ως προϊόντα της φαντασίας μας). Και δεύτερον, ότι οι άνθρωποι είναι όντα της αφήγησης. Μαθαίνουν, διδάσκουν, συνεργάζονται μέσω των ιστοριών. Όχι μέσω των δεδομένων, των στατιστικών ή των εξισώσεων, αλλά μέσω των καλοφτιαγμένων ιστοριών.

 

Αυτό εξηγεί και την πρόθεσή του να βγει η Ιστορία του είδους μας έξω από τα ακαδημαϊκά στεγανά. Δε είναι της παρούσης μία κριτική στο «Σάπιενς» (το 2011 η πρώτη του έκδοση, το 2015 στα ελληνικά, από τις εκδ. Αλεξάνδρεια, σε μετάφραση του Μ. Λαλιώτη) το οποίο γράφτηκε, εκτός των άλλων, και γι' αυτόν τον λόγο. Αρκούμαι εδώ να πω, ότι συνυπογράφω το εγχείρημα: είναι πολύ μεγάλη η απόκλιση της ακαδημαϊκής ιστορίας (και τόσων άλλων επιστημών) από την δημόσια τους χρήση κι εξακτίνωση – επομένως, έργα, όπως το «Σάπιενς» θεραπεύουν ένα διόλου μικρής σημασίας πολιτισμικό κενό.

 

Η πρόσφατη μεταφορά του Sapiens σε γκράφικ νόβελ –η αφορμή γι’ αυτές τις πρόχειρες σκέψεις– το καθιστά πλέον προσιτό στα μεγάλα παιδιά και στους εφήβους.

 


Αξιοποιώντας τη σημειολογία, όσο και τους τρόπους αφήγησης ειδών, όπως τα κόμικς, τα τηλεοπτικά σόου (πχ τα ριάλιτυ), ή ακόμη και τα αστυνομικά μυθιστορήματα, ο Χαράρι και οι συνεργάτες του (ο Ντ. Βαντερμίλεν και ο Ντ. Κασανάβ) διαμορφώνουν ένα απολαυστικό έργο, που τέρπει συνάμα και διδάσκει. Στο 1ο τόμο εξιστορώντας τι; Τον αφηγηματικό μίτο που ξεκινάει με την Μεγάλη Έκρηξη και φτάνει μέχρι την επικράτηση του σάπιενς έναντι των άλλων ανθρώπινων ειδών στον πλανήτη μας κατά την τροφοσυλλεκτική περίοδο.

 

Ακριβώς επειδή ο Χαράρι ξέρει να συντάσσει ιστορίες και οι γνώσεις του πάνω σε όποιο επιστημονικό επίπεδο διαπραγματεύεται είναι αιχμής, όπως και εξ αιτίας του ότι το χιούμορ στα κείμενα και στον εικαστικό διάκοσμο του έργου είναι πανταχού παρόν, θα χαιρόμουν πολύ με την ιδέα να συμπεριληφθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (θεσμικά ή με την πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών) στη βιβλιογραφία που αφορά τη σχολική μας ζωή. Ειδικά στην Ελλάδα, που ο τομέας της Βιολογίας (ναι, ο τομέας της χρονιάς για όλο τον κόσμο λόγω κόβιντ!) είναι σταθερά υπονομευμένος ήδη στις θεμελιώδεις παραδοχές του: θα άξιζε λχ να δούμε κάποτε πόσοι απόφοιτοι του ελληνικού Λυκείου είναι απλώς και μόνον εξοικειωμένοι με την θεωρία της εξέλιξης.

 


Το «Σάπιενς», όμως, τόσο ως ιστορικό βιβλίο, όσο κι ως γκράφικ νόβελ, δεν είναι για να το περιορίσει κανείς στην επικράτεια ενός ή περισσοτέρων συστημάτων εκπαίδευσης. Συνιστά, θαρρώ, παναθρώπινη πρόκληση: για αυτό-κατανόηση και σκέψη – ελεύθερη σκέψη.


Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2021

"More Stranger Things II"

Εικαστικό: BananenBunker "Upside Down"
Μουσική, ερμηνεία οργάνων, ενορχήστρωση: Πάνος Δρακόπουλος
Παραλλαγή στο ομώνυμο θέμα της σειράς "Stranger Things" 
(L' Orchestra Cinématique),

Παραγωγή - Mix - Digital Mastering: 
Πάνος Δρακόπουλος
[Στούντιο "Θάλεια"]

Ρόδος, Ιανουάριος 2021


Κάθε μορφή καραντίνας φαίνεται πως έχει τη δύναμη να σου αφαιρεί, μα και να σου προσθέτει. Όπως και τόσα άλλα στη ζωή. Και είναι, γενικότερα μιλώντας, απορίας άξιον αν το χέρι που αφαιρεί, δυναμώνει το χέρι που προσθέτει. Εξάλλου μιλούμε για χέρια που δουλεύουνε εντός μας. Κι, εν μέρει, υπακούν στην δυνατότητα μας να υπάρχουμε κι αλλιώς: στην ελευθερία μας.

 

Άραγε αυτό να εξηγεί επαρκώς την έκρηξη δημιουργικότητας που είδαμε όταν ένας νεόκοπος κι επικίνδυνος ιός μπήκε στη ζωή μας και την περιόρισε στην ιδιωτική της σφαίρα; Είναι πάντως ολοφάνερο: ενώ, από επιστημονική σκοπιά, η Φλωρεντία του 1350 με το Μιλάνο του 2020 μοιάζουν όσο η μέρα με τη νύχτα, το ξεχείλισμα πχ του Βοκάκιου στις σελίδες του «Δεκαημέρου» (έργο που γράφτηκε όταν μαινόταν η πανδημία της Μαύρης Πανώλης στην Ευρασία και την Αφρική), δε διαφέρει με το ξεχείλισμα των μουσικών που απ’ τις βεράντες τους συνέθεταν μία δυναμική αντιφώνηση στις σειρήνες των ασθενοφόρων.

 

Στη διάρκεια της δικής μας πρώτης καραντίνας πάμπολλοι στρέψαμε τη διαστολή του περιορισμένου προσωπικού μας χωροχρόνου, εκτός από τα βιβλία λχ ή τα μουσικά όργανα και τα συναφή, στο διαδίκτυο. Για επικοινωνία, για εργασία και, φυσικά, για ψυχαγωγία. Για το τερπνό και το ωφέλιμο – μιας και η όποια φυσική κινητικότητα στον δημόσιο χώρο έθετε σε σοβαρή επισφάλεια και τα δυο.

 

Είναι τότε που τα παιδιά μας άρχισαν να υιοθετούν τις πρακτικές της ασύγχρονης εκπαίδευσης, αλλά και να πολλαπλασιάζουν τον χρόνο που διαθέτουν στην ψηφιακή οθόνη. Εμείς οι μεγάλοι το γνωρίζουμε: κάθε εργαλείο έχει τις θετικές και τις αρνητικές του εκφορές. Αναλόγως τη χρήση.

 

Περνώντας πλέον σε ένα πιο προσωπικό τόνο: είναι και η περίοδος που τα παιδιά μου ανακαλύπτουν μία σειρά στο Netflix που δεν μου κίνησε αρχικά κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον – λεγόταν «Stranger Things» και παρότι επρόκειτο για μία σύγχρονη τηλεοπτική παραγωγή, το λογότυπο του, η μουσική, όπως και η φωτογραφία του δεν έρχονταν από το παρόν ή από το μέλλον, αλλά από το παρελθόν. Από τη δεκαετία του ’80.

 

Τι έχουμε εδώ; Μία άνευ εμπνεύσεως φιλμαρισμένη νοσταλγία προς τα πίσω ή κάτι άλλο; Ευτυχώς, ήταν κάτι άλλο.

 

Κι ενώ ως τηλεοπτική σειρά αδιαμφισβήτητα, σε ένα πρώτο επίπεδο, ξεπατικώνει αναπαριστώντας όψεις του πρόσφατου παρελθόντος, στο βάθος βάθος συνομιλεί. Συνομιλεί, πληθυντικά και άκρως δημιουργικά, με ένα φάσμα καλλιτεχνών κι έργων που ξεκινάει από τον Στ. Σπήλμπεργκ και τα Γκούνις, για να φτάσει μέχρι τον Στήβεν Κινγκ και στον Τζον Κάρπεντερ.

 

Ενδεχομένως για μία σειρά Αμερικανών συνομηλίκων μου όλο αυτό το κλίμα να ανακαλεί με μεγαλύτερη αμεσότητα την δεκαετία των παιδικών τους χρόνων, αλλά, για μένα, αποτέλεσε εκ νέου βουτιά στο φαντασιακό της. Κι αυτό δε το λέω για να περιστείλω την σημασία του: το αντίθετο. Το ότι πατούσαμε τότε στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά ενίοτε γινόμασταν ιπτάμενα ξωτικά στις συχνότητες αμερικανοκεντημένων μύθων (πετούσαμε και σε εντόπιους μύθους – αλλά αυτό είναι μια άλλη …ιστορία) δε μειώνει τη δύναμη του ιλίγγου που νιώθει κανείς όντας εν πτήσει.

 

Αισθάνθηκα πως περιείχα έναν κόσμο που και καιρό είχα να επισκεφθώ, αλλά και την έντονη ανάγκη να αναπλάσω με τις όποιες δικές μου δυνάμεις. Πάνω και σε αυτό το μονοπάτι δε βάζει το βηματισμό της η τέχνη;

 

Σε διάστημα δύο εβδομάδων έγραψα και ηχογράφησα δύο ολιγόλεπτα μουσικά έργα. Τα ονόμασα πρόχειρα “More Stranger Things I & ΙΙ” – με μια μικρή, αν και ευδιάκριτη, θαρρώ, δόση αυτοσαρκασμού.

 

Αναρτώ σήμερα το δεύτερο μέρος, που επίσης ξεπατικώνει συνειδητά το βασικό μουσικό μοτίβο από το σάουντρακ της σειράς (L' Orchestra Cinématique), αλλά συνάμα φιλοδοξεί σε ένα δεύτερο βαθμό, κάπως, να το μεταμορφώσει.

 

Σε τι; Σε ένα ηχητικό τοπίο – αντίδωρο προς όλους τους μικρούς και μεγάλους πρωτοπόρους του ηλεκτρικού ήχου που στα παιδικά μας χρόνια έγραψαν μέσα μας κάτι μοναδικό και ανεξίτηλο (από τον συνθέτη Carpenter μέχρι τον, κατά τη γνώμη μου, πιο ιδιοφυή όλων, τον Βαγγέλη Παπαθανασίου).

 

Αφιερώνεται τέλος, σε όλα τα συνομήλικα μου ξωτικά – τους εύχομαι οι πτήσεις τους να συνεχιστούν παρά τα όποια λοκντάουν επιβάλλει από μίας άλλης αρχής ο χρόνος!